ΙστολόγιοΚουβένταΑποθήκη αρχείωνΤι είναι καινούργιο;ΦίλοιΣύνδεσμοιΕτικέτες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
Τι είναι καινούργιο;
Σχετικά με
Αποθήκη αρχείων
Ιστολόγιο
Φόρουμ
Σύνδεσμοι
Φίλοι
ΟΔΟΔΕΙΚΤΗΣ
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες

Επισκέπτες

Ημερολόγιο
<
Μάιος 2012
>
ΔΤΤΠΠΣΚ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031

Εγγραφή
E-mail: 

Επιστροφή στην αρχικήΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ / Ιστολόγιο

Δημιουργία καταχώρισηςΔημιουργία καταχώρισης
Καταχωρίσεις
 Ο Μέγας Ιεροεξεταστής    Δημοσιεύτηκε από:

ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΡΑΜΑΖΩΦ


Φιοντορ Ντοστογιέφσκι

 

Ισπανία. Η εποχή της "φοβερής και τρομερής" Ιεράς Εξέτασης. Παρανάλωμα πυρός οι ανθρώπινες σάρκες. Αιρετικοί, μάγισσες και "άπιστοι" στο εξώτερον πυρ. Και όλα θυσία στο βωμό μίας σαθρά εννοούμενης αγάπης στον Θεό και τον πλησίον.
Ο Ντοστογιέφσκυ (μέγας ψυχογράφος) "κατεβάζει" τον Χριστό στη γη και τον ρίχνει στα χέρια του Τρομερού Ιεροεξεταστή. Δύο ήρωες με απόλυτη εξουσία στον θάνατο. Ο πρώτος σιωπηλός. Ο δεύτερος λαλίστατος. Και το απόσπασμα συγκλονιστικό:

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής

"Μα να που θέλησε να παρουσιαστεί για μια στιγμή τουλάχιστον στον ταπεινωμένο κι εξαθλιωμένο λαό, στο λαό που σερνόταν μέσα στην αμαρτία, μα που τον αγαπούσε μ' αφέλεια. Η δράση λοιπόν εξελίσσεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, στην πιο τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν κάθε μέρα άναβαν φωτιές κι έκαιγαν ανθρώπους για την αγάπη του Θεού κι όπου
" Σ' υπέροχες λαμπαδιαστές φωτιές
έκαιγαν τις τρομερές αιρετικές "
"Ώ, μα δεν ήταν έτσι που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου, σ' όλη του την ουράνια δόξα, ξαφνικά, "καθώς η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών" . Όχι, θέλησε να επισκεφθεί τα παιδιά του στον ίδιο τον τόπο, όπου έκαιγαν οι φωτιές για τους αιρετικούς. Μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντά στους ανθρώπους, με τη μορφή που είχε κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του. Νάτον  που κατεβαίνει τους ηλιολουσμένους δρόμους αυτής της μεσογειακής πόλης, όπου ακριβώς την παραμονή, μπροστά στο βασιλιά, τους αυλικούς, τους ιππότες, τους καρδινάλιους, και τις πιο χαριτωμένες κυρίες της Αυλής, ο Μέγας Ιεροεξεταστής έβαλε να κάψουν μια εκατοστή αιρετικούς "Ad Ma jorem Dei Gloriam". Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας και - πράγμα παράξενο - όλοι τον αναγνωρίζουν...

Ο λαός σα να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν. Σιωπηλός, περνά καταμεσής του πλήθους, μ' ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας. Η καρδιά του πλημμυρίζει από αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν τη Γνώση, το Φως, τη Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια αρετή εξυγίανσης βγαίνει απ' την κάθε επαφή μαζί του κι' ακόμη απ' τα φορέματά του. Ένας γέρος, τυφλός απ' τα παιδικά του χρόνια φωνάζει μεσ' από το πλήθος : "Κύριε θεράπευσέ με και θα δω". Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς καί φιλά το χώμα όπου πατά. Απ' τα μάτια του γέρου πέφτει ένα φλούδι κι εκείνος βλέπει. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν "Ωσαννά!" Εκείνος, φωνάζουν. Είναι Εκείνος ! Δεν μπορεί παρά να 'ναι Εκείνος. Σταματά στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης τη στιγμή που φέρνουν ένα μικρό άσπρο φέρετρο, όπου αναπαύεται η εφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Η νεκρή είναι σκεπασμένη με λουλούδια. "Θ' αναστήσει το παιδί σου", φωνάζουν απ' το πλήθος κι η μητέρα κλαίει. Ο παπάς που προχωρεί μπρός απ' το φέρετρο, κοιτάζει μ' ένα ύφος συγχυσμένο καί ζαρώνει τα φρύδια. Ξαφνικά, μια φωνή αντηχεί, η μητέρα ρίχνεται στα πόδια του : "Αν είσαι Εσύ, ανάστησε το παιδί μου !" και του απλώνει τα χέρια της. Η πομπή σταματά, αφήνουν το φέρετρο πάνω στις πέτρες της πλατείας. Το κοιτάζει με οίκτο, το στόμα του προφέρει για μια φορά ακόμη : "Ταλιθά κούμμι" και η κόρη εγείρεται. Η νεκρή σηκώνεται, κάθεται και κοιτάζει γύρω της με ύφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεί ακόμη στα χέρια της το μπουκέτο με τ' άσπρα τριαντάφυλλα, που συνηθίζουν να δίνουν στους νεκρούς. Μέσα στο πλήθος, όλοι έχουν ταραχτεί, φωνάζουν, κλαίνε.

Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής. Είν' ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα του λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δε φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθρούς της Καθολικής Εκκλησίας. Έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν από απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει από μακριά. Τα είδε όλα, το φέρετρο ακουμπισμένο μπροστά Του, την ανάσταση του κοριτσιού, και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει... Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμή του και ο λαός τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας. Μέσα σε μια θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον φέρνουν μπροστά του. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτό το πλήθος γονατίζει μπρός στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή που σηκώνει το χέρι του και το ευλογεί κι ύστερα χωρίς να πει μια λέξη εξακολουθεί το δρόμο του. Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερό και παλιό κτίριο της Αγίας Σκεύης,  και τον κλείνουν εκεί, σ' ένα μικρό υπόγειο κελί.

Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστή κι αποπνικτική. Ο αγέρας είναι πλημμυρισμένος απ' τις μυρωδιές που ξεχύνουν οι ροδοδάφνες και οι πορτοκαλιές. Μέσα στα σκοτάδια, η σιδερένια πόρτα του κελιού ανοίγει, και παρουσιάζεται ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ' ένα δαυλό στο χέρι. Σταματά στο σκαλοπάτι, παρατηρεί για πολλή  ώρα την Αγία Μορφή, τελικά πλησιάζει, ακουμπά τη δάδα πάνω στο τραπέζι και του λέει: "Εσύ; Είσαι Εσύ;" Μην παίρνοντας απάντηση προσθέτει γρήγορα:
"Μη λες τίποτα, πάψε. Άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις; Τα ξέρω όλα πολύ καλά. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις ούτε μια λέξη στα όσα είπες άλλοτε. Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά ξέρεις τι θα συμβεί αύριο ; Αγνοώ ποιός είσαι κι ούτε θέλω να το ξέρω: είσ' Εσύ ή μόνο το ομοίωμά Σου; Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών, κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα. Το ξέρεις; Ίσως" - προσθέτει ο γέρος με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον κρατούμενό του, συλλογισμένος...

"Έχεις το δικαίωμα να μας αποκαλύψεις ας είναι και έν' από τα μυστικά του κόσμου απ' όπου έρχεσαι;" ρωτά ο γέρος, κι απαντά ο ίδιος : "Όχι, δεν έχεις το δικαίωμα. Γιατί τούτη η αποκάλυψη θα  ερχόταν να προστεθεί στην προηγούμενη, και μ' αυτόν τον τρόπο θ' αφαιρούσες απ' τους ανθρώπους την ελευθερία που την υπερασπίσθηκες τόσο πάνω σε τούτη τη γη.
Όλες οι νεώτερες αποκαλύψεις θα έβλαπταν την ελευθερία της πίστης, γιατί θα εμφανίζονταν σαν οφειλόμενες σε θαύμα. όμως, εσύ ο ίδιος πριν από δεκαπέντε αιώνες έβαζες πάνω απ' όλα τούτη την ελευθερία της πίστης. Δεν είπες τάχα τόσες φορές : "Θέλω να σας καταστήσω ελεύθερους!" Ε, λοιπόν ! Τους είδες τους "ελεύθερους" ανθρώπους - προσθέτει ο γέρος με σαρκαστικό τόνο. Ναι, όλο αυτό μας στοίχισε πολύ ακριβά- εξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ' αυστηρότητα -μα επιτέλους τελειώσαμε τούτο το έργο στ' όνομά σου. Μας χρειάσθηκαν δεκαπέντε αιώνες σκληρής δουλειάς, για να εγκαθιδρύσουμε την ελευθερία. μα τώρα πια έγινε, και καλά. Δεν το πιστεύεις; Με κοιτάζεις μάλιστα με τρυφερότητα, χωρίς ούτε να καταδεχτείς ν' αγανακτήσεις. Μα ξέρετε ότι οι άνθρωποι ποτέ άλλοτε δεν πίστεψαν τον εαυτό τους πιο λεύτερο όσο τώρα, κι ωστόσο, η ελευθερία τους είναι εκείνη, που έρχονται να την καταθέσουν ταπεινά στα πόδια μας. Αυτό λοιπόν είναι το έργο μας, για να λέμε την αλήθεια. Αυτή είναι η ελευθερία που ονειρεύτηκες

"
...Ήσουν πληροφορημένος για όλα  αυτά -συνεχίζει ο γέρος- τα συμβούλια δε σου λείπουν, αλλά δε λογάριασες τίποτα, δε σκέφτηκες το μοναδικό μέσο για να γίνουν οι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Ευτυχώς που φεύγοντας ανάθεσες σ' εμάς το έργο, μας το υποσχέθηκες, μας παραχώρησες επίσημα το δικαίωμα να λύνουμε και να δένουμε. Τώρα, δεν πιστεύω να σκέφτηκες να μας το αφαιρέσεις; Για ποιό λόγο λοιπόν ήρθες να μας αναστατώσεις ; "...

...Μα αυτό είναι το βασικό ζήτημα της ομιλίας του γέρου : "Το Πνεύμα, το τρομερό και βαθύ, το Πνεύμα της καταστροφής και του μηδενισμού -συνεχίζει- σου μίλησε στην έρημο, κι οι Γραφές αναφέρουν ότι "σ' έβαλε σε πειρασμό". Είν' αλήθεια αυτό; Και μπορούμε να πούμε τίποτα πιο διεισδυτικό, απ' αυτό που σου είπε στα τρία εκείνα ερωτήματα ή, για να μιλήσουμε όπως οι Γραφές- στους τρεις "πειρασμούς" που απέκρουσες

Αν πραγματικά σημειώθηκε ποτέ πάνω στη γη ένα θαύμα αυθεντικό, που να το έμαθε
όλος ο κόσμος, έγινε κείνη την ημέρα των τριών ερωτήσεων. Και μόνο το γεγονός ότι διατυπώθηκαν αυτά τα τρία ερωτήματα αποτελεί ένα θαύμα. Ας υποθέσουμε ότι τα σβήνουμε μεσ' από τις Γραφές, κι ότι πρέπει να τ' αποκαταστήσουμε, να τα φανταστούμε πάλι για να τα τοποθετήσουμε εκεί, και συγκεντρώνουμε γι' αυτό το σκοπό όλους τους σοφούς της γης, πολιτικούς, δεσποτάδες, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, λέγοντάς τους: σκεφτείτε και συντάξετε πάλι τρία ερωτήματα που όχι μόνο ν' αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος, μα ακόμη και να εκφράζουν σε τρεις φάσεις όλη τη μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας, πιστεύεις ότι αυτός ο Άρειος Πάγος, της ανθρώπινης σοφίας θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα το ίδιο δυνατό και το ίδιο βαθύ, με τα τρία ερωτήματα που σου πρότεινε τότε το ισχυρό Πνεύμα; Αυτά τα τρία ερωτήματα αποδείχνουν από μόνα τους ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα Πνεύμα αιώνιο κι απόλυτο, κι όχι μ' ένα διαβατάρικο πνεύμα όπως το ανθρώπινο. Γιατί περικλείνουν μέσα τους και προλέγουν ταυτόχρονα όλη την κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας. είναι οι τρεις μορφές όπου αποκρυσταλλώνονται όλες οι αντιθέσεις, οι αξεδιάλυτες της ανθρώπινης φύσης. Τότε δεν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό, γιατί το μέλλον δεν είχε αποκαλυφθεί, μα τώρα που κύλησαν δεκαπέντε αιώνες, βλέπουμε πως όλα είχαν προβλεφθεί σ' αυτά τα τρία ερωτήματα και πραγματοποιήθηκαν σε σημείο που νάναι αδύνατο να προσθέσεις ή ν' αφαιρέσεις μια λέξη.
"Αποφάσισε λοιπόν από μόνος σου, ποιός είχε δίκιο: εσύ, ή εκείνος που σε ρώτησε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα, την έννοια έστω κι όχι την επιφάνεια: θες να πας στον κόσμο μ' άδεια χέρια και να κηρύξεις μιαν ελευθερία που τους κάνει ανόητους και που η φυσική τους αχαριστία τους εμποδίζει να καταλάβουν, μια ελευθερία που την φοβούνται, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ τίποτα πιο ανυπόφορο για τον άνθρωπο και για την κοινωνία, από τούτη την ελευθερία! Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τις σε ψωμιά κι ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο κι όλο ευγνωμοσύνη, τρέμοντας ωστόσο μη τυχόν χάσουν την προστασία σου και πάψουν νάχουν ψωμί.
"Μα δε θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο απ' την ελευθερία του, κι αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει "μόνο με άρτον", μα ξέρεις ότι στ' όνομα του γήινου αυτού άρτου, το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον σου, θ' αγωνιστεί και θα σε νικήσει, ότι όλοι το ακολουθούν φωνάζοντας: "Ποιός μοιάζει μ' αυτό το θηρίο που μας έδωσε τη φωτιά τ' ουρανού;" Αιώνες θα περάσουν κι η ανθρωπότητα θα διακηρύσσει με το στόμα των σοφών και των συνετών της ότι δεν υπάρχουν εγκλήματα και κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν κι αμαρτήματα. ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο πεινασμένοι. "Θρέψε τους πρώτα κι ύστερα ν' απαιτείς απ' αυτούς νάναι "ενάρετοι". Να τι θα γράψουν στο λάβαρο της επανάστασής τους, που θα επιτεθεί στο ναό σου. Στη θέση του ένα καινούργιο οικοδόμημα θα υψωθεί, ένας νέος πύργος της Βαβέλ, που θα παραμείνει δίχως αμφιβολία ατέλειωτος, όπως κι ο πρώτος εκείνος. αλλά θα μπορούσες να γλυτώσεις τους ανθρώπους απ' αυτή την δοκιμασία, κι από χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θα ξανάρθουν να μας βρουν αφού θάχουν κοπιάσει χίλια χρόνια να χτίσουν τον πύργο τους! Θα μας αναζητήσουν κάτω απ' τη γη, όπως άλλοτε, μέσα στις κατακόμβες όπου θάμαστε κρυμένοι (θα μας βασανίσουν πάλι) και θα κραυγάσουν: "Δώστε μας να φάμε γιατί αυτοί που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά τ' ουρανού δε μας την έδωσαν".

Τότε θ' αποτελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί δε χρειάζεται για κάτι τέτοιο παρά μόνο η τροφή, και θα τους θρέψουμε, υποτίθεται στ' όνομά σου, θα τους κάνουμε να το πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρίς εμάς θάναι για πάντα τους πεινασμένοι. Καμιά γνώση δε θα τους δώσει ψωμί, όσο θα μένουν ελεύθεροι αλλά θα καταλήξουν να την καταθέσουν στα πόδια μας τούτη την ελευθερία τους, λέγοντας: "Υποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μα δώστε μας να φάμε". Θα καταλάβουν επιτέλους πως η ελευθερία δε μπορεί να συμφιλιωθεί με το ψωμί της γης που είναι στη διάθεσή τους, γιατί ποτέ δε θα μπορέσουν να το μοιράσουν μεταξύ τους! Θα πεισθούν ακόμη για την ανικανότητά τους νάναι ελεύθεροι, όντας αδύναμοι, ξεστρατισμένοι, μηδαμινοί κι επαναστατημένοι.
Τους υποσχέθηκες τον ουράνιον άρτον. αλλά μπορεί κάτι τέτοιο, όσο δυνατό κ αν είναι σαν χτύπημα, να συγκριθεί μ' αυτό της γης, στα μάτια της αδύναμης και ξεστρατισμένης της αιώνια αχάριστης ανθρώπινης ράτσας; Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδων ψυχές θα σε ακολουθήσουν εξαιτίας αυτού του ψωμιού, μα τι θα γίνουν τα εκατομμύρια κι οι χιλιάδες που δεν έχουνε το θάρρος να προτιμήσουν τον άρτο τ' ουρανού απ' τον άρτον της γης; Δεν θα 'φτανες στο σημείο να διαλέξεις τους μεγάλους και τους δυνατούς, που σ' αυτούς οι άλλοι, το αναρίθμητο πλήθος, που είναι αδύναμο μα που σ' αγαπά, θα χρησίμευε σαν εκμεταλλεύσιμο υλικό; Μας είναι το ίδιο αγαπητά και τ' αδύναμα πλάσματα. Παρόλο που είναι ξεστρατισμένοι κι επαναστατημένοι θα γίνουν πειθαρχικοί τελικά. Θα ξαφνιαστούν και θα μας πιστέψουν για θεούς μια που καταδεχτήκαμε να μπούμε επικεφαλής τους, για να τα καταφέρουμε έτσι που η ελευθερία που τους τρόμαζε να ξαναγυρίσει απ' άλλο δρόμο, κι ακόμη γιατί καταδεχτήκαμε να βασιλέψουμε πάνω τους, τόσο που στο τέλος θ' αρχίσουν πραγματικά να φοβούνται νάναι ελεύθεροι.
Αλλα εμείς θα τους λέμε πως είμαστε υποτακτικοί σου, ότι βασιλεύουμε μόνο στ' όνομά σου. Θα τους ξεγελάσουμε πάλι, μια και δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε να τους ξαναπλησιάσεις. Κι είναι τούτη η αγυρτεία που θα γίνει το βασανιστήριό μας, γιατί θα πρέπει να πούμε ψέματα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα του ερωτήματος που σούκαναν στην έρημο, και να, που αποδιώχτηκες στ' όνομα αυτής της ελευθερίας που την τοποθετούσες πάνω απ' όλα. Ωστόσο αυτή είναι που κρύβει όλο το μυστικό του κόσμου. Γιατί αν δεχόσουν να κάνεις αυτό το θαύμα των ψωμιών θα 'χες κατασιγάσει την πανανθρώπινη αγωνία -ατόμων και ομάδων- δηλαδή θα 'δινες απάντηση στο αγωνιακό ερώτημα: "μπροστά σε ποιόν πρέπει να υποκλιθούμε;" Γιατί δεν υπάρχει για τον άνθρωπο που απομένει ελεύθερος, έγνοια πιο μόνιμη, πιο αγωνιώδης, απ' την αναζήτηση ενός πλάσματος για να το προσκυνήσουν. Αλλά, ο ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει να υποκύψει παρά μόνο μπροστά σε κάποιον με αναμφισβήτητη αξία και δύναμη, που όλοι να τον σέβονται, με μια παγκόσμια συγκατάθεση. Αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα βασανίζονται αποζητώντας μια λατρεία, που να ενώνει όχι μόνο τους αδύναμους, και μικρούς πιστούς, αλλά που σ' αυτήν να μετέχουν όλοι μαζί, ενωμένοι απ' την ίδια πίστη. Αυτή η ανάγκη της κοινότητας μέσα στη λατρεία, είναι το ουσιαστικώτερο βασανιστήριο του κάθε ατόμου και της ανθρωπότητας ολόκληρης, από την πανάρχαια εποχή...
Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό αλληλοεξοντώνονται με τη ρομφαία. Οι λαοί δημιούργησαν θεούς και τους έβαλαν ν' αντιμάχονται ο ένας τον άλλο: "Αρνηθείτε τους θεούς σας και πιστέψτε στους δικούς μας, αλλιώτικα δυστυχία σ' εσάς και στου θεούς σας!" Κι έτσι θα γίνεται ως τη συντέλεια του κόσμου, ακόμη κι όταν οι θεοί θάχουν εξαφανιστεί. οι άνθρωποι θα γονατίζουν μπρος στα είδωλα. Δεν αγνοούσες, δεν ήταν δυνατό ν' αγνοείς αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, κι ωστόσο απόδιωξες το μοναδικό ακατανίκητο λάβαρο που σου προσφέρθηκε και που αναμφισβήτητα θα 'χε τυλίξει όλους του ανθρώπους μέσα του και θα τους έκανε να κλίνουν το κεφάλι μπρός σου, το λάβαρο του γήινου ψωμιού. το απώθησες στ' όνομα του ουράνιου άρτου και της ελευθερίας! Να τι έκανες κατόπι στ' όνομα πάντα της ελευθερίας! Δεν υπάρχει στο ξαναλέω, πιο αγωνιακή ανάγκη για τον άνθρωπο απ' το να βρει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, ένα πλάσμα που να του παραδώσει αυτή την ελευθερία, που ο δυστυχισμένος κουβαλά στη ράχη του απ' τη στιγμή της γέννησής του. Αλλά για να διαθέσεις κατάλληλα την ελευθερία των ανθρώπων, πρέπει να τους προσφέρεις την ανάπαυση της συνείδησης. Το ψωμί θα σου εξασφάλιζε την επιτυχία. ο άνθρωπος υποκύπτει μπροστά σ' αυτόν που δίνει αυτό το ψωμί, γιατί πρόκειται για κάτι χεροπιαστό, μα όταν κάποιος άλλος θελήσει να γίνει κύριος της ανθρώπινης συνείδησης, θα παρατήσει ακόμη και τον άρτον σου, κατά μέρος για να προσφέρει αυτό που κατακτά τούτη την ανθρώπινη συνείδηση. Πάνω σ' αυτό είχες δίκιο, γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης συνίσταται όχι μόνο στο να ζήσει, μα και στο να βρει ένα κίνητρο για τούτη τη ζωή. Χωρίς μια ξεκάθαρη ιδέα για το σκοπό της ύπαρξης, ο άνθρωπος προτιμά να τ' αρνηθεί όλα, έστω κι αν έχει όσο ψωμί θέλει γύρω του -θα προτιμήσει να καταστραφεί, παρά να μείνει στη γη. Μα τι απόγινε; Αντί να πάρεις στα χέρια σου την ανθρώπινη ελευθερία θέλησες να την εξαπλώσεις; Ξέχασες λοιπόν ότι ο άνθρωπος προτιμά την ησυχία του κι ακόμη το θάνατο, απ' την ελευθερία να ξεχωρίζει το Καλό απ' το Κακό; Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό για τον άνθρωπο απ' το να τον αφήνεις ασύδοτο, μα κι ακόμη τίποτα πιο επίπονο. Κι αντί για σταθερές αρχές που θα 'χαν καθησυχάσει για πάντα την ανθρώπινη συνείδηση, διάλεξες αόριστα νοήματα, παράξενα κι αινιγματικά, το κάθε τι που ξεπερνά τη δύναμη του ανθρώπου, κι ενήργησες κατά ένα τρόπο σα να μην αγαπούσες την ανθρωπότητα, εσύ, που ήρθες να δώσεις τη ζωή σου για χάρη των ανθρώπων! Μεγάλωσες την ανθρώπινη ελευθερία αντί να την περιορίσεις, κι επέβαλες για πάντα στο ηθικό άτομο τα βασανιστήρια αυτής της ελευθερίας. Θέλησες να σ' αγαπούν ελεύθερα, να σ' ακολουθήσουν εθελοντικά οι άνθρωποι γοητευμένοι από σένα.
Αντί για τον σκληρό, παλαιό νόμο, ο άνθρωπος δε θα 'χε τώρα παρά να ξεχωρίσει μ' ελεύθερη καρδιά το Καλό απ' το Κακό, χωρίς άλλο οδηγό έξω απ' την εικόνα σου -μα δεν προέβλεψες ότι τελικά θ' απωθούσε και θα περιφρονούσε, αμφισβητώντας την εικόνα σου, έχοντας κουραστεί απ' αυτό το τρομερό φορτίο: την αλήθεια να διαλέξουν; Θα φωνάξουν τελικά πως η αλήθεια δε βρισκόταν σ' εσένα, γιατί αλλιώτικα δε θα τους άφηνες μέσα σε μια τέτοια αγωνιώδη αβεβαιότητα, με τόσες αγωνίες κι αξεδιάλυτα προβλήματα. Προετοίμασες έτσι την καταστροφή της βασιλείας σου. μην κατηγορείς λοιπόν κανένα γι' αυτή την καταστροφή. Ωστόσο ήταν αυτό που σου πρότειναν;
Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, οι μόνες που μπορούν να υποδουλώσουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάμων επαναστατημένων, είναι: το θαύμα, το μυστήριο, η αυταρχικότητα ! Τ' απώθησες και τα τρία αυτά, δίνοντας έτσι ένα παράδειγμα. Το τρομερό και βαθύ Πνεύμα, σε είχε συμπαρασύρει μέσα στο Ναό και σου είχε πει: "Θες να ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού; Πέσε κάτω από δω ψηλά, γιατί είναι γραμμένο πως οι άγγελοι θα σε συγκρατήσουν και θα σε στηρίξουν, δε θα τραυματιστείς καθόλου, και τότε θα ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού, και θ' αποδείξεις έτσι την πίστη στον Πατέρα σου". Μα απόδιωξες και τούτη την πρόταση, δεν όρμησες να πέσεις κάτω. Έδειξες τότε μια υπέροχη περηφάνεια, ολότελα θεία, μα για τους ανθρώπους, ράτσα αδύναμη κι επαναστατημένη, δεν είναι θεία ! Ήξερες πως κάνοντας ένα βήμα, μια χειρονομία για να ορμήσεις, θα ενοχλούσες τον Κύριο και θα 'χανες την πίστη σου σ' Αυτόν. Μα υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα ; Μπορούσες να παραδεχτείς έστω και για μια στιγμή ότι οι άνθρωποι θα 'χαν τη δύναμη ν' αντέξουν σ' ένα παρόμοιο πειρασμό; Είναι τάχα μέσα στην ανθρώπινη φύση ν' αποδιώχνει το θαύμα, και στις σοβαρές στιγμές της ζωής μπροστά σε βασικά κι επίμονα προβλήματα, να διατηρεί την ελεύθερη κρίση της καρδιάς;
Ώ ! Ήξερες πως η σταθερότητά σου θ' αναφερόταν στις Γραφές, θα επιζούσε μέσα στους αιώνες, θα 'φτανε ως τις πιο μακρινές περιοχές, κι έλπισες πως ακολουθώντας το παράδειγμά σου, ο άνθρωπος θα περιοριζόταν στο Θεό χωρίς να προσφεύγει στο θαύμα. Μα αγνοούσες ότι ο άνθρωπος απωθεί το Θεό ταυτόχρονα με το θαύμα, γιατί είναι προπάντων το θαύμα που αποζητά. Καί καθώς δεν ξέρει πως να κάνει συγκεντρώνεται πάλι στον εαυτό του, καταφεύγει στους δικούς του, υποκλίνεται στα θαύματα κάποιου μάγου, στα μαγικά κόλπα μιας μάγισσας, στον όποιο επαναστατημένο ή αιρετικό. Δεν κατέβηκες από το σταυρό όταν σε κορόιδευαν, κι όταν σου φώναζαν μ' απόγνωση: "Κατέβα από το σταυρό και θα σε πιστέψουμε". Δεν το έκανες, γιατί δε θέλησες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ' ένα θαύμα, επιθυμούσες μια πίστη που θα 'ταν ελεύθερη και δε θα εμπνεόταν από θαύματα. Σου χρειαζόταν μια ελεύθερη αγάπη, κι όχι η δουλική συμπεριφορά του τρομοκρατημένου σκλάβου. Και στο σημείο αυτό ακόμη η ιδέα που είχες για τον άνθρωπο ήταν πολύ ανώτερη, γιατί οι άνθρωποι είναι σκλάβοι, έστω κι αν δημιουργούν επαναστατικές ιδέες. Δες μονάχος σου και κρίνε, τι έγινε ύστερ' από δεκαπέντε επαναστατημένους αιώνες, ποιός ανυψώθηκε ως εσένα; Σου το καταγγέλω: ο άνθρωπος είναι πιο αδύναμος και πιο χυδαίος, απ' όσο πίστεψες ποτέ. Μπορεί, είναι δυνατό ποτέ να ολοκληρωθεί ένας άνθρωπος, όπως εσύ; Η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφες για τον άνθρωπο, αδίκησε τον οίκτο που έπρεπε να νιώσεις γι αυτόν. Ζήτησες πολλά απ' τους άνθρώπους, εσύ προπάντων που τους αγάπησες περισσότερο κι απ' τον εαυτό σου ! Αν τους εκτιμούσες λιγώτερο, θα τους είχες επιβάλει ένα ελαφρότερο φορτίο, που να αναλογεί περισσότερο στην αγάπη σου. Ο άνθρωπος είναι κουρασμένος κι αδύναμος.
Τι σημασία έχει τώρα αν επαναστατούν παντού ενάντια στην εξουσία μας, κι αν είναι περήφανοι γι' αυτή την εξέγερση; Είναι κάτι ανάλογο με την αλαζονεία νεαρών σπουδαστών που εστασίασαν κι έδιωξαν το δάσκαλό τους. Αλλά τούτη η επιπολαιότητα των χαμινιών θα πάρει τέλος και θα τους στοιχίσει ακριβά. Θα γκρεμίσουν τους ναούς και θα πλημμυρίσουν τη γη στο αίμα. Αλλά θα καταλάβουν επιτέλους αυτά τ' ανόητα παιδιά, πως δεν είναι παρά κάτι αδύναμοι στασιαστές, ανίκανοι να επαναστατούν για πολύ. Θα χύσουν ανόητα δάκρυα και θα καταλάβουν ότι ο Δημιουργός κάνοντάς τους έτσι επαναστάτες, θέλησε να τους κοροϊδέψει, σίγουρα. Θα το φωνάξουν μ' απελπισία κι αυτή η βλαστήμια θα τους κάνει ακόμη πιο δυστυχισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τούτη τη βλαστήμια και καταλήγει να παίρνει την εκδίκησή της. Έτσι, η αγωνία, η ταραχή, η δυστυχία είναι το μοιράδι των ανθρώπων, ύστερ' από τα μαρτύρια που δοκίμασες για να τους απελευθερώσεις !
Ο φωτισμένος προφήτης σου είπε, μέσα στο συμβολικό όραμά του, ότι είδε όλους όσοι παίρνουν μέρος στην πρώτη ανάσταση και τους αριθμεί σε δώδεκα χιλιάδες απ' την κάθε φυλή. Για να 'ναι όμως τόσο πολλοί, έπρεπε να 'ναι περισσότερο από άνθρωποι, έπρεπε να 'ναι θεοί. Υπόφεραν το σταυρό σου, και τη ζωή μέσα στην έρημο, τρώγοντας ακρίδες κι άγρια χόρτα. Βέβαια, μπορεί να 'σαι περήφανος γι' αυτά τα παιδιά της ελευθεριάς, για τούτη την ελεύθερη αγάπη, για την υπέρτατη θυσία τους στο' όνομά σου. Αλλά θυμήσου, δεν ήταν παρά μερικές δεκάδες χιλιάδες κι όλοι τους σχεδόν θεοί, οι υπόλοιποι όμως; Είναι από λάθος τους αυτών των άλλων, των αδύναμων, αν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τα μαρτύρια των δυνατών; Η αδυναμία της ψυχής φταίει τάχα που δεν μπόρεσε να κρατήσει μέσα της τόσο τρομερά δώρα; Δεν ήρθες στ' αλήθεια για τους εκλεκτούς; Τότε, αυτό είναι ένα μαρτύριο, ακατανόητο για μας, και θα 'χαμε το δικαίωμα να το κηρύξουμε στους ανθρώπους, να τους διδάξουμε πως δεν πρόκειται για καμιά ελεύθερη απόφαση μέσ' από την καρδιά, ούτε για την αγάπη, αλλά για ένα μυστήριο που οφείλουν να υποταχτούν σ' αυτό τυφλά, ακόμη και ενάντια στη θέληση ή στην συνείδησή τους. Αυτό ακριβώς κάναμε κι εμείς. Διορθώσαμε το έργο σου στηρίζοντάς το πάνω στο "θαύμα, στο "μυστήριο" και στην "κυριαρχία". Κι οι άνθρωποι χαίρονται να ξαναγεννηθούν σαν ένα κοπάδι και ν' απαλλαγούν απ' αυτό το μοιραίο δώρο που τους προκαλούσε τόσα βάσανα. Είχαμε δίκιο που ενεργήσαμε έτσι; Πες μου!
Δε σημαίνει ότι αγαπάς την ανθρωπότητα, όταν καταλαβαίνεις τις αδυναμίες της, όταν ξαλαφρώνεις το φορτίο της με την αγάπη, όταν ανέχεσαι ακόμη και την αμαρτία στον αδύναμο χαρακτήρα, φτάνει τούτη η αμαρτία να γίνεται με την άδειά μας; Γιατί λοιπόν να 'ρθεις και να εμποδίσεις το έργο μας; Γιατί κάθεσαι έτσι σιωπηλός και με κοιτάζεις με το τρυφερό και διαπεραστικό αυτό βλέμμα; Εξαφανίσου καλύτερα, δεν τη θέλω την αγάπη σου, γιατί ούτε κι εγώ σ' αγαπώ. Γιατί να το κρύψω; Ξέρω σε ποιόν μιλώ, ξέρεις όλ' αυτά που έχω να σου πω, το βλέπω μέσα στα μάτια σου. Τάχα είναι στο χέρι μου να σου κρύψω το μυστικό μας; Ίσως να 'θελες να τ' ακούσεις απ' το στόμα μου, ορίστε που σου το 'πα. Δεν είμασταν μαζί σου αλλά μ' Εκείνον που πέρασε εδώ και πολύν καιρό από τούτη τη γη. Είν' ακριβώς οχτώ αιώνες που πήραμε απ' Αυτόν τούτο το δώρο, το τελευταίο που εσύ απόδιωξες μ' αγανάκτηση, όταν σου έδειχνε όλα τα βασίλεια πάνω στη γη, δεχτήκαμε τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα, κι ανακηρυχτήκαμε οι μοναδικοί βασιλιάδες της γης, παρόλο που ως τώρα δεν είχαμε ποτέ τον καιρό ν' αποτελειώσουμε το έργο μας. Αλλά ποιανού είναι το λάθος ; Ω ! η υπόθεση αυτή δε βρίσκεται παρά μόνο στην αρχή, θέλει πολύν καιρό για να τελειώσει ακόμη, κι η γη θα χρειαστεί πολλά να υποφέρει ως τότε, αλλά εμείς θα φτάσουμε στο σκοπό μας, θα γίνουμε Καίσαρες και τότε θα συλλογιστούμε και την παγκόσμια ευτυχία.
"Ωστόσο, θα μπορούσες τότε να 'χες πάρει το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί τ' απόδιωξες αυτό το τελευταίο δώρο ; Ακολουθώντας εκείνη την τελευταία συμβουλή του παντοδύναμου Πνεύματος, θα μπορούσες να πραγματοποιήσεις το κάθε τι που ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή, και πάνω σ' αυτή τη γη : να γίνεις ένας αφέντης που μπρός του να προσκυνούν, ένας φύλακας της συνείδησής τους, και το μέσο που θα τους ανάγκαζε να ενωθούν τελικά μονιασμένοι σε μια κοινότητα μυρμηγκιών, γιατί η ανάγκη για παγκόσμια ένωση είναι το τρίτο και το τελευταίο βασανιστήριο της ανθρώπινης φυλής.
Η ανθρωπότητα είχε πάντα την τάση, στο σύνολό της, να οργανωθεί σε μια παγκόσμια βάση. Υπάρχουν μεγάλοι λαοί μέσα στην Ιστορία μα στο μέτρο που ανυψώθηκαν υπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιο ισχυρά απ' τους άλλους την ανάγκη τούτη για παγκόσμια ένωση. Οι μεγάλοι κατακτητές, οι Ταμερλάνοι κι οι Τζέγκις Χαν, που πέρασαν πάνω απ' τη γη σαν την καταιγίδα, ενσάρκωναν κι αυτοί οι ίδιοι χωρίς να το συνειδητοποιούν τούτη την τάση των λαών προς την ενότητα. Αν είχες δεχτεί την πορφύρα του Καίσαρα, θα μπορούσες να δημιουργήσεις τις βάσεις για μια παγκόσμια αυτοκρατορία και να φέρεις την ειρήνη στον κόσμο. Γιατί ποιός άλλος είναι προορισμένος να κυβερνήσει τους ανθρώπους παρά όποιος κυβερνά τη συνείδησή τους κι ακούει τον πόνο τους; Εμείς πήραμε το σκήπτρο του Καίσαρα, και κάνοντάς το αυτό σ' εγκαταλείψαμε για ν' ακολουθήσουμε Εκείνον. Ω, θ' ακολουθήσουν ακόμη αιώνες πνευματικής λογοκρισίας, μάταιης γνώσης κι ανθρωποφαγίας, γιατί μόνο έτσι θα καταλήξουν, αφού θα οικοδομήσουν τον Πύργο της Βαβέλ τους, χωρίς εμάς, να φτάσουν σ' εμάς. Αλλά τότε το ζώο θα α 'ρθει σ' εμάς μπουσουλίζοντας, θα γλύψει τα πόδια μας, θα τα ποτίσει μ' αίμα και δάκρυα. Κι εμείς θα σκαρφαλώσουμε πάνω του, θα υψώσουμε στον αγέρα τό κύπελλο που πάνω του θα 'ναι γραμμένη η λέξη : "Μυστήριο!" Τότε μόνο η γαλήνη κι η ευτυχία θα βασιλέψουν πάνω στους ανθρώπους.
Είσαι περήφανος για τους εκλεκτούς σου, αλλά δεν πρόκειται παρά για λίγους διαλεχτούς, ενώ εμείς θα δώσουμε τη γαλήνη σ' όλους. Άλλωστε ανάμεσα σ' αυτούς τους ισχυρούς, που προορίζονται να γίνουν εκλεκτοί, πόσοι δεν έχουν κουραστεί επιτέλους να περιμένουν, πόσοι δεν πρόσφεραν και θα προσφέρουν ακόμη αλλού τη δύναμη του πνεύματός τους και τη φλόγα της καρδιάς τους, πόσοι δε θα καταλήξουν να επαναστατήσουν εναντίον σου στ' όνομα της ελευθερίας! Όμως εσύ τους την έδωσες. Ενώ εμείς θα τους κάνουμε όλους ευτυχισμένους, οι επαναστάσεις κι οι σφαγές, που συνοδεύουν αξεχώριστα την ελευθερία, θα σταματήσουν. Ω, θα τους πείσουμε ότι δε θα 'ναι πραγματικά ελεύθεροι παρά μόνο αν παραιτηθούν απ' την ελευθερία τους για χάρη μας. Ε, λοιπόν, θα πούμε την αλήθεια ή θα 'χουμε πει ψέμματα; Θα πεισθούν κι αυτοί οι ίδιοι ότι μιλούμε την αλήθεια, γιατί θα θυμηθούν σε ποιά δουλεία, σε ποιά αναταραχή τους είχε βυθίσει η δική σου ελευθερία. Η ανεξαρτησία, η ελεύθερη σκέψη, η επιστήμη θα τους έχουν παρασύρει σ' ένα τέτοιο λαβύρινθο, θα τους φέρουν μπρος σε τόσα ανεξήγητα θαύματα κι αινίγματα, που άλλοι, έξαλλοι επαναστάτες θα καταστρέψουν τον ίδιο τον εαυτό τους, κι άλλοι επαναστάτες κι αυτοί, μα αδύναμοι, δειλοί, τρελλοί κι εξαθλιωμένοι, θα συρθούν στα πόδια μας φωνάζοντας : "Ναι, είχατε δίκιο, εσείς μόνο ξέρετε το μυστικό και σ' εσάς ξαναγυρίζουμε. σώστε μας απ' τον εαυτό μας!" Χωρίς αμφιβολία, όταν θα πάρουν από μας το ψωμί, θα δουν βέβαια ότι τους παίρνουμε το δικό τους, που το κέρδισαν με τον ίδιο τον κόπο τους, για να τους το ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θα δουν ότι δε μεταλλάξαμε τις πέτρες σε ψωμιά, αλλ' αυτό που θα τους ευχαριστήσει περισσότερο κι απ' το ψωμί το ίδιο, είναι το γεγονός ότι θα το παίρνουν από τα χέρια μας ! Γιατί θα θυμηθούν ότι παλιότερα, ακόμη και το ίδιο το ψωμί, ο καρπός της δουλειάς τους, μετάλλαζε σε πέτρα μέσα στα χέρια τους, ενώ όταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οι πέτρες θα μοιάζουν με ψωμί. Θα καταλάβουν την αξία της οριστικής υποταγής. Όσο οι άνθρωποι δε θα μπορούν να τα καταλαβαίνουν όλ' αυτά, θάναι δυστυχισμένοι.
Ποιός έχει βάλει το χέρι του περισσότερο απ' όλους για να δημιουργηθεί τούτη η ακατανοησία; Πες μου ! Ποιός μοίρασε το κοπάδι και το σκόρπισε σ' άγνωστους δρόμους; Μα το κοπάδι θα ξανασυγκροτηθεί, θα ξαναβρεί την υπακοή, κι αυτό θα 'ναι πια για πάντα. Τότε θα τους προσφέρουμε μια ήρεμη και ταπεινή ευτυχία, μια ευτυχία προσαρμοσμένη στα μέτρα των αδύναμων πλασμάτων, τέτοιων που είναι. Θα τους πείσουμε τέλος να μην περηφανεύουνται, γιατί ήσουν εσύ, που ανυψώνοντάς τους, τους το δίδαξες κι αυτό. Εμείς θα τους αποδείξουμε ότι είναι ταπεινοί κι άχρηστα παιδιά, θλιβερά πλάσματα, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι πιο προσιτή. Θα γίνουν ντροπαλοί, δε θα θέλουνε να μας χάσουν απ' τα μάτια τους, και θα σφίγγονται πάνω μας με τρόμο σαν τα τρυφερά κλωσσοπούλια κάτω απ' τα φτερά της κότας. Θα δοκιμάζουν μιαν όλο φόβο κατάπληξη και θα 'ναι περήφανοι γι αυτή την ενεργητικότητα και την εξυπνάδα, που εμείς θα τους επιτρέπουμε να παρουσιάζουν όλοι αυτοί, μέσ' από το αναρίθμητο πλήθος των επαναστατημένων. Η οργή μας θα τους κάνει να τρέμουν, η ντροπή κι η δειλία θα τους πλημμυρίζει, τα μάτια τους θα πάρουν μια θρυνητική έκφραση σαν των γυναικών και των παιδιών. Μα, σ' ένα νόημά μας, θα περνούν το ίδιο εύκολα στη χαρά και στο γέλιο, σαν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θα τους υποχρεώνουμε να δουλεύουν, μα τις ώρες της σχόλης τους, θα οργανώσουμε τη ζωή τους έτσι που να μοιάζει σαν παιχνίδι, με τραγούδια, με χορωδίες, μ' αθώους χορούς.
Ω, ναι ! Θα τους επιτρέπουμε ακόμη και ν' αμαρτάνουν, γιατί είν' αδύναμοι, κι εξαιτίας αυτού είναι που θα μας αγαπούν σαν παιδιά. Θα τους πούμε πως το κάθε αμάρτημα θα εξαγοράζεται, αν έγινε με την άδειά μας. Από αγάπη είναι που θα τους επιτρέπουμε ν' αμαρτάνουν και θα παίρνουμε τη θλίψη και το βάρος πάνω μας. Θα μας ευλογούν σαν ευεργέτες που φορτωνόμαστε τα αμαρτήματά τους, ενώπιον του Θεού. Δε θα 'χουν πια μυστικά από μας. Ανάλογα με το βαθμό της υπακοής τους, θα τους επιτρέπουμε ή θα τους απαγορεύουμε να ζουν με τις γυναίκες τους, ή με τις ερωμένες τους, να 'χουν παιδιά ή να μη έχουν, κι αυτοί θα μας ακούνε με χαρά. Θα μας παραδίνουν τα πιο πολύτιμα μυστικά της συνείδησής τους, θα λύνουμε όλα τα προβλήματά τους, και θα δέχονται την απόφασή μας με ξεγνοιασιά, γιατί θα τους βγάζει απ' τη μεγάλη έγνοια να διαλέξουν από μόνοι τους ελεύθερα. Κι όλοι τους θα 'ναι ευτυχισμένοι, εκατομμύρια πλάσματα, έξω από καμιά εκατοστή χιλιάδες, τους διευθυντές τους, έξω από μας, που θα ξέρουμε τα μυστικά τους.
Οι ευτυχισμένοι θ' αριθμούνται κατά δεκάδες χιλιάδες, κατά μυριάδες και δε θα υπάρχουν παρά εκατό χιλιάδες μάρτυρες, που θα ξέρουν την καταραμένη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Θα πεθάνουν ειρηνικά, θα σβήσουν γλυκά στ' όνομά σου, και στο υπερπέραν δε θα βρουν παρά το θάνατο. Θα φυλάξουμε όμως το μυστικό. θα τους λικνίσουμε, ναι, θα τους νανουρίσουμε, για την ευτυχία τους, με μιαν αιώνια ανταμοιβή στον ουρανό. Γιατί δεν υπάρχει άλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι καμωμένο για πλάσματα σαν κι αυτά.
Προφητεύουν ότι θα ξαναγυρίσεις για να νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος από τους εκλεκτούς σου, τους πανίσχυρους και περήφανους. θα πουν ότι δε θα 'χουν σωθεί παρά μόνο εκείνοι από μόνοι τους, ενώ εμείς θα 'χουμε σώσει όλο τον κόσμο. Ισχυρίζονται ότι η πόρνη ανεβασμένη πάνω στο ζώο και κρατώντας στα χέρια της το "κύπελλο του μυστηρίου" θα 'ναι ατιμασμένη, ότι οι άνθρωποι θα επαναστατήσουν πάλι, ότι θα ξεσχίσουν την πορφύρα της και θα καταβροχθίζουν το "ακάθαρτο". Θα σηκωθώ τότε και θα δείξω τις μυριάδες τους ευτυχισμένους, που δε γνώρισαν το αμάρτημα. Κι εμείς, εμείς που πήραμε απάνω μας τα λάθη τους, για την ευτυχία τους, θ' ανορθωθούμε μπροστά σου και θα πούμε: "Δε σε φοβόμαστε καθόλου. Κι εμείς το ίδιο βρεθήκαμε στην έρημο, ζήσαμε μ' ακρίδες και μέλι. Κι εμείς το ίδιο ευλογήσαμε την ελευθερία που παραχώρησες στους ανθρώπους. Κι ετοιμαστήκαμε να 'μαστε ανάμεσα στους εκλεκτούς σου, στους ισχυρούς και στους περήφανους, και να καούμε "για να συμπληρώσουμε τον αριθμό". Αλλά συνήρθαμε και δε θελήσαμε να υπηρετήσουμε μια παράλογη ιδέα. Ξαναγυρίζουμε για να ενωθούμε μ' αυτούς που διόρθωσαν το λάθος σου. Εγκαταλείψαμε τους περήφανους και γυρίσαμε κοντά στους ταπεινούς, για να φτιάξουμε την ευτυχία τους". Στο ξαναλέω, αύριο, σ' ένα νόημά μου, όλο αυτό το πειθαρχημένο κοπάδι θα φέρει αναμμένα κάρβουνα για την πυρά, όπου θα σ' ανεβάσουμε για να μην εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν κάποιος αξίζει πιότερο απ' όλους να καεί, αυτός είσ' εσύ. Αύριο θα σε κάψω. Ελέχθη.

... ο ιεροεξεταστής σωπαίνει, περιμένει μια στιγμή την απάντηση του Κρατούμενου. Η σιωπή του, τον βαραίνει. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ώρα έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα 'θελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά. Ξαφνικά ο Κρατούμενος πλησιάζει ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φιλά τ' άχρωμα χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του.
Ο γέρος τινάζεται, τα χείλια του τρέμουν. Πάει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει: "Φύγε και να μην ξαναγυρίσεις πια... ποτέ πια !" Και τον αφήνει να φύγει μέσα στα σκοτάδια της πόλης. Ο Κρατούμενος φεύγει.

http://oistros-reportaz1.blogspot.com

 


gpsoulos
397 μέρες πριν 26.04.2011 22:09:42
Σχόλια: 0     Ομάδα: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣΕμφανίσεις: 86    
 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ...    Δημοσιεύτηκε από:

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟΝ ΤΟΥ Κ. ΜΕΓΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟΝ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; - Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ»

ΚΑΙ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

Εἰς τὸ ὡς ἄνω ἄρθρον του, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ φύλλον τῆς 6ης Αὐγούστου 2010 τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, ὁ καθηγητὴς κ. Μέγας Φαράντος εὐστόχως ἐπιχειρεῖ θεολογικὴν κριτικὴν εἰς τὰς κενοφανεῖς θεολογικὰς θέσεις τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἰωάννου Ζηζιούλαιούλα, ὅπως αὐτὲς ἐξετέθησαν εἰς τὸ βιβλίον τοῦ τελευταίου μὲ τίτλον «Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία-Θεολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῆς Οἰκολογίας».

Ὁ κ. Φαράντος συμπεραίνει, ὅτι ὁ κ. Ζηζιούλαιούλας πρεσβεύει καὶ εἰσηγεῖται ἕναν «θεολογικὸν Μονισμόν», ὁ ὁποῖος «ἀπαγορεύει 'τὴν διχοτόμηση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ ὑπερφυσικοῦ' καὶ ἀποδέχεται 'τὴν ταύτιση' Θεοῦ καὶ κόσμου». Καὶ πρὸς στήριξιν αὐτοῦ τοῦ συμπεράσματος, προβάλλει, ἐν συνεχείᾳ, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ζηζιούλαιούλα καὶ ταυτοχρόνως ἐπιχειρεῖ κριτικὴν ἐπὶ τούτων, εἰς τρία κύρια σημεῖα.

Εἰς τὸ ὑπ’ ἀρ. (3) σημεῖον, ὁ κ. Φαράντος ἀναφέρεται καὶ εἰς ἓν ἐξωθεολογικόν, δηλ. «ἐπιστημονικὸν» ἐπιχείρημα τοῦ κ.Ζηζιούλαιούλα, ὁ ὁποῖος τὸ προβάλλει 'πρὸς στήριξιν τοῦ θεολογικοῦ του Μονισμοῦ ὡς καὶ τῆς θεωρίας του περὶ «ταυτισμοῦ τῆς οὐράνιας μὲ τὴν ἐπίγεια πραγματικότητα», μέχρι τοῦ σημείου, ποὺ «καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς παύει νὰ νοεῖται ὡς "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως»'. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τοῦ κ. Ζηζιούλαιούλα εἶναι τὸ ἑξῆς: «Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, δὲν συλλαμβάνει πλέον τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως, λόγω τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἐξελίξεων». Ἡ συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, κατὰ τὸν κ. Ζηζιούλαιούλα, ὅτι: 'Ἡ θεολογία θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψει τὸ «ὑπερφυσικό», προκειμένου νὰ ἔλθη εἰς «διάλογον» μὲ τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο» καὶ ἐνδεχομένως νὰ «κερδίσει» αὐτόν'.

Ἀπαντῶντας εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ, ὁ κ. Φαράντος, ἀπορρίπτει εὐθέως τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ζηζιούλαιούλα, ὅτι οἱ νεώτερες φιλοσοφικὲς ἐξελίξεις ἀποτελοῦν ἐμπόδιον εἰς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως, μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι 'ἡ Φιλοσοφία εἶναι μὲν ἐπιστήμη, οὐχὶ ὅμως «ἀκριβής», ἤτοι «ἀντικειμενική», ὅπως ἡ Φυσική, ὡς ἐκφράζουσα ὑποκειμενικὸν καὶ ἐν πολλοῖς αὐθαίρετον στοχασμόν'.

Ἐδῶ, θὰ ἤθελα νὰ κάνω μία παρέμβασι. Κατ' ἀρχήν, μὲ τὸν ὅρον «σύγχρονος ἄνθρωπος», ὁ κ. Ζηζιούλαιούλας, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐννοεῖ μόνον ἐκεῖνον «ποὺ ἀποτινάζει μὲ ἀγανάκτηση τοὺς ἠθικοὺς κανόνες» τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως, ἢ ἐκεῖνον ποὺ «δὲν πείθεται μὲ τὰ δογματικὰ κηρύγματα», ἢ ἐκεῖνον ποὺ «δὲν συλλαμβάνει πλέον τὸ ὑπερφυσικό», δηλ. τὸν ἄθεον, ἀλλά, ἐπίσης, ἐκεῖνον (τὸν «Χριστιανόν», λαϊκὸν ἢ ρασοφόρον), τὸν «παραμορφωμένον», ἄθεον εἰς τὴν οὐσίαν, ποὺ, προσπαθῶντας νὰ κατανοήση τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Ἐκκλησιολογία, ὄχι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ μὲ τὴν διάνοια, ὄχι μόνον κάνει φιλοσοφία ἐπάνω στὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία καὶ δημιουργεῖ π.χ. τὴν θεωρία τῶν Κλάδων στὴν θεολογία, ἢ τὴν Βαπτισματικὴ θεολογία στὴν ἐκκλησιολογία, ἀλλά, ἐπίσης, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν σύγχρονη Ἐπιστήμη καὶ δὴ τὴν θεωρίαν τῆς Ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν, ἀπορρίπτει συλλήβδην τὴν Ὀρθόδοξη παραδοσιακὴ Θεολογία, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν θεωρίαν τῆς Ἐξελίξεως καὶ τὶς νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις. Π.χ., ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία λέει ὅτι ὑπῆρξε «πτῶσις». Ὁ «Χριστιανὸς» αὐτὸς λέει 'ὄχι, δὲν ὑπῆρξε «πτῶσις», διότι ἡ Ἐπιστήμη δὲν ἔχει ἀνιχνεύσει κάποια χρονικὴ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε φθορὰ καὶ θάνατος'. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία λέει ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Ὁ «Χριστιανὸς» αὐτὸς λέει 'ὄχι, δὲν ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος γιατὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο εἶναι συνέπεια τυχαίων γεγονότων'.

Ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται ὅτι εἶναι μία φυσικὴ θεωρία, βασισμένη σὲ ἐπιστημονικὲς ἐνδείξεις, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἐπιστημονικὴ θεωρία, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως, σήμερα, εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα φιλοσοφικὴ θεωρία εἰς τὸν χῶρο τῆς Ἐπιστήμης καί, διὰ μέσου αὐτῆς, ἡ Ἐξέλιξις τῶν εἰδῶν, ἐνῶ εἶναι ὑπόθεσις, παρουσιάζεται σὰν γεγονός, λόγῳ δῆθεν τῆς πληθώρας τῶν ἐνδείξεων ποὺ συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς.

Ἄρα, δὲν εἶναι ἀτυχὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ζηζιούλαιούλα, ὅτι οἱ νεώτερες φιλοσοφικὲς ἐξελίξεις ἀποτελοῦν ἐμπόδιο εἰς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικόν. Ὅμως, ἀντὶ ὁ κ. Ζηζιούλαιούλας νὰ προσπαθήση νὰ ἁλιεύση τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο εὐαγγελικῶς, κατὰ τὴν προτροπὴν τοῦ κ. Φαράντου, ἀντιθέτως, τάσσεται μὲ τὸ μέρος του, καί, θέλοντας ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας νὰ διακονήση τὸν «σύγχρονο μετανεωτερικὸ ἄνθρωπο», δημιουργεῖ, τὴν ἰδική του αἱρετικὴ μετανεωτερικὴ θεολογία καὶ ἐκκλησιολογία (βαπτισματική, οἰκουμενιστική, οἰκολογικὴ καὶ ὅποια ἄλλη). Δηλ., πρῶτα ὁ ἴδιος θέτει τὸν ἑαυτόν του ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διότι ἀποδέχεται καὶ διδάσκει αἱρετικὲς δοξασίες, καί, στὴν συνέχεια, προσπαθῶντας νὰ διακονήση λανθασμένα τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο», τὸν παραςύρει σὲ βαθύτερο γκρεμό.

Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὁ χωρὶς Θεὸ ἄνθρωπος, ἔχει πρόβλημα, κατὰ τὸν κ. Ζηζιούλαιούλα, καὶ λόγῳ τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν ἐξελίξεων, λόγῳ τῶν ὁποίων δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως. Αὐτὸ εἶναι ἐπίσης σωστό, κατὰ τὴν γνώμη μας. Ἐδῶ, διερωτᾶται, ὅμως, ὁ κ. Φαράντος 'διὰ ποίων, ἐκ τῶν «νεωτέρων ἐπιστημονικῶν ἐξελίξεων», ἀπορρίπτεται τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως;' Ἂς μᾶς ἐπιτρέψη, ἐδῶ, νὰ καταθέσωμε τὴν ἰδική μας ἐξήγησι.

Δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμη μας, οἱ νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἐξελίξεις, ἤ, καλύτερα, ἀνακαλύψεις, καθ' ἑαυτές, ἐκεῖνες ποὺ δημιουργοῦν τὸ πρόβλημα στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ χρῆσις τους πρὸς ὑποστήριξι τῆς θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως. Ὅλες οἱ σημερινὲς ἀνακαλύψεις στὴν Αστρονομία, Φυσική, Βιολογία, Βιοχημεία, Ἰατρική, ὅλες ἀνεξαιρέτως, διακονοῦν τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως καὶ ἑρμηνεύονται ἔτσι ὥστε νὰ τὴν ὑποστηρίζουν. Αὐτό, δὲν εἶναι τυχαῖο. Ἡ θεωρία αὐτή, ἐνῶ ξεκίνησε σὰν ἀμιγὴς ἐπιστημονικὴ θεωρία στὴν βιολογία, στηριζομένη σὲ ἐπιστημονικὲς ἐνδείξεις, ὅπως ὅλες οἱ ἐπιστημονικὲς θεωρίες ποὺ διαμορφώνονται, μέχρις ὅτου καταρριφθοῦν καὶ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ ἄλλες θεωρίες λόγῳ νέων δεδομένων ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ προκύπτουν, ἐπειδὴ διδάσκει ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν εἰδῶν στὸν ἔμβιο κόσμο εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων, καὶ ἐπειδὴ σὲ ἄλλες ἐπιστῆμες, π.χ. στὴν Ἀστροφυσική, παρετηρήθη ὅτι συμβαίνει τὸ ἴδιο, τυχαῖα δηλ, συμβαίνει εἰς τὸ σύμπαν ὅ,τι συμβαίνει, βόλεψε στὸ νὰ υἱοθετηθῆ γενικὰ στὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα σὰν ἡ θεωρία ποὺ ἑρμηνεύει τὴν λειτουργία τοῦ μακροκόσμου καὶ τοῦ μικροκόσμου χωρὶς τὴν ὕπαρξι ἢ παρέμβασι ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Αὐτὴ ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως διδάσκεται σήμερα σὲ ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ ἱδρύματα τοῦ κόσμου στοὺς χώρους τῆς φυσικῆς Ἐπιστήμης, καὶ αὐτὴ προβάλλεται στὰ μαζικὰ μέσα ἐνημερώσεως παγκοσμίως, σὰν τὴν θεωρία ποὺ ἑρμηνεύει τὴν ὕπαρξι τοῦ κόσμου, τὴν γένεσι τῶν φυσικῶν φαινομένων, τὴν γένεσι τῆς ζωῆς καὶ τὴν λειτουργία τῶν ζώντων ὀργανισμῶν. Βάσει αὐτῆς, ὅλα συνέβησαν τυχαῖα καὶ ἐξελίσσονται τυχαῖα, χωρὶς σκοπό, χωρὶς νόημα.

Ὅμως, ὁ φυσικὸς κόσμος λειτουργεῖ βάσει φυσικῶν νόμων. Ὑπάρχουν, στὴν Ἐπιστήμη, ὡρισμένες σταθερὲς παράμετροι (π.χ. ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, τὸ φορτίο τοῦ ἠλεκτρονίου, κλπ.), καὶ οἱ σταθερὲς τῶν φυσικῶν νόμων (ὅπως τὸ g, ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς βαρύτητος, κλπ.), ποὺ ἔχουν σταθερὲς τιμές, συγκεκριμένες. Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τέτοιες τιμὲς ὥστε νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ ἐμφάνισις τῆς ζωῆς καὶ ἡ λεγομένη «ἀνθρωπικὴ ἀρχή», δηλ. ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἀνθρώπου στὴν γῆ. Οἱ φυσικοὶ νόμοι, καὶ οἱ συγκεκριμένες τιμὲς τῶν φυσικῶν αὐτῶν σταθερῶν μπορεῖ, νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων; Ὄχι, βέβαια.

Ἡ θεωρία αὐτὴ ἀσχολεῖται καὶ μιλάει μόνο γιὰ ὅ,τι ὑλικὸ ὑπάρχει. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθῆ μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα. Δηλ., δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὕπαρξι Θεοῦ, ἀγγέλων, πονηρῶν πνευμάτων, ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τὴν ὕπαρξι αὐτῶν δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀνιχνεύση. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν.

Ἀλλά, ποιὰ εἶναι τὰ κύρια σημεῖα αὐτῆς τῆς φιλοσοφικῆς, στὴν οὐσία, θεωρίας; Εἶναι τὰ ἑξῆς:

Α) Ὅτι ἔγινε μία μεγάλη ἔκρηξις (τὸ Big Bang) πρὶν ἀπὸ 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, ἀπὸ τὴν ὁποία παρήχθη ἕνας τεράστιος ἀριθμὸς ἀτόμων ὑδρογόνου. Ἀπὸ αὐτὰ δημιουργήθηκαν τὰ νεφελώματα, οἱ γαλαξίες καὶ τὰ ἀστέρια.

Β) Πρὶν ἀπὸ 4 δισεκατομμύρια χρόνια ἐμφανίσθηκε αὐτόματα ἡ ζωὴ στὴν γῆ.

Γ) Ἀπὸ τότε, ἡ ζωὴ ἐξελίσσεται τυχαῖα ἀπὸ εἶδος σὲ εἶδος.

Δ) Πρὶν 6 ἑκατομμύρια χρόνια ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὁ κοινὸς πρόγονος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πιθήκου.

Στ) Ἡ ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι περίπου 2 ἑκατομμύρια χρόνια ἐνῶ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου τοῦ homo sapiens μερικὲς δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Ζ) Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ, πεθαίνει καὶ ἐξαφανίζεται στὴν ἀνυπαρξία ὅπως τὰ ζῶα.

Ἡ θεωρία αὐτὴ ἔχει πολλὰ τρωτὰ σημεῖα, τὸ πρῶτο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ὅτι εἶναι μία θεωρία, δηλ. μία ὑπόθεσις. Καὶ εἶναι μία θεωρία ἡ ὁποία βολεύει τὴν Νέα Ἐποχὴ στὸ γκρέμισμα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἀφίνει ἀπ' ἔξω τὴν ὕπαρξι ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Γι' αὐτό, προσχεδιασμένα καὶ συστηματικά, σήμερα, προβάλλεται φιλοσοφία περὶ τῆς ζωῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζῆ χωρὶς Θεό, νὰ μὴν ἀσχολῆται μὲ τὸν Θεό. Καὶ, ἐνῶ ἡ γένεσις τῆς Μεγάλης Ἐκρήξεως, ποὺ ἔχει ἀνιχνευθῆ ὅτι συνέβη πρὶν 13. 7 δισεκατομμύρια χρόνια, εἶναι δηλ. ἕνα γεγονός, δὲν ἔχει ἀκόμη ἑρμηνευθῆ, οὔτε τὸ ποιὸς τὴν προκάλεσε, οὔτε τὸ πῶς συνέβη, οὔτε τὸ ποιὸ ἦταν τὸ ἀρχικὸ ὑλικό της. Καὶ, γιὰ νὰ μὴν ταπεινωθοῦν οἱ ἐπιστήμονες καὶ παραδεχθοῦν ὅτι κάποιο ὑπερφυσικὸ αἴτιο τὴν προκάλεσε, καταφεύγουν σὲ ἄλλες θεωρίες, ὅπως εἰς τὴν θεωρία τῶν Χορδῶν, τῶν ἀναδιπλουμένων συμπάντων, κλπ., τὶς ὁποῖες προσπαθοῦν νὰ στηρίξουν μὲ ἐπιστημονικὰ πειράματα, ὅπως ἐκεῖνο ποὺ σχεδιάζεται στὸ CERN γιὰ νὰ κατοχυρώση τὴν ὕπαρξι τοῦ σωματιδίου Higgs καὶ κατ' ἐπέκτασιν τὴν μὴ ἀναγκαιότητα ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ ἀποφύγουν νὰ μιλήσουν γιὰ Θεὸ Δημιουργό. Ὅμως, πάλι τὸ ἐρώτημα ὑπάρχει ἀναπάντητο ἀπὸ αὐτούς: Πῶς ξεκίνησαν ὅλα αὐτά; Τὶ ὑπῆρχε στὸν χρόνο μηδέν;

Ἡ ὕπαρξις, ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις, Θεοῦ Δημιουργοῦ δὲν ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά.

Ἡ ὕπαρξις Θεοῦ Δημιουργοῦ, ὅμως, εἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονός. Ἐμεῖς γνωρίζομε ὅτι Θεὸς Δημιουργὸς ὑπάρχει, εἶναι προσωπικὸς Θεός, διαλέγεται δηλ. μαζί μας, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ σύμπαν. Ἀλλά, πῶς εἴμαστε σίγουροι γι' αὐτό; Ἐπειδὴ τὸ λέει ἡ Ἁγία Γραφή; Ὄχι. Ἁπλᾶ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει ἀποκαλυφθῆ πάρα πολλὲς φορὲς στοὺς ἀνθρώπους μέσα στὴν ἱστορία καὶ συνεχίζει νὰ ἀποκαλύπτεται. Ἀποκαλύπτεται καὶ τὸν βλέπουν. Ὑπάρχουν ἑκατοντάδες μαρτυρίες γιὰ τὴν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Ἱστορικές, ἀδιαμφισβήτητες μαρτυρίες. Ὁ Θεὸς γνωρίζεται μόνον ὅταν ἀποκαλύπτεται. Καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀποκαλύπτεται εἶναι ἐπειδὴ δὲν ζεῖ μέσα στὸ σύμπαν. Εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σύμπαν. Ὄχι σὲ ἄλλο σύμπαν, ἀλλὰ στὸν δικό Του χῶρο, ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση καὶ ὁμοιότητα μὲ τὸν δικό μας. Ὁ Θεός, λοιπόν, ἔχει ἀποκαλυφθῆ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔχει μιλήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔκανε, μάλιστα, καὶ κάτι καταπληκτικό, περίεργο καὶ ἀναπάντεχο γιὰ ἕναν παντοδύναμο Θεό. Σὲ ἕναν ταπεινὸ πλανήτη τοῦ σύμπαντος, τὴν Γῆ, μπῆκε στὴν κοιλιὰ μιᾶς Παρθένου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος! Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός! Πῶς τὸ ξέρομε αὐτό; Ὅποιος δεῖ τὸν Χριστὸν τώρα, βλέπει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Καὶ τὸν ἔχουν δεῖ πάρα πολλοί. Καί, ἐπίσης, τὶ ἄλλο βλέπει ἀκόμα; Ὅτι ὁ Χριστὸς ἐδημιούργησε τὰ φυτά, τὰ ζῶα καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὄχι ὅπως θέλει ἡ ἐξέλιξις, ἀλλὰ ὅπως περιγράφει, μὲ τὴν ἁπλῆ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς του ὁ Προφήτης Μωϋςῆς στὴν Γένεσι. Αὐτά, βέβαια, εἶναι ἀπλησίαστα γιὰ τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο»

Ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως μιλᾶ γιὰ αὐτόματη γένεσι τῆς ζωῆς ἀπὸ μία χημικὴ σούπα. Ὅταν, ὅμως, κάποιος βλέπη τὸν Θεόν, ὁ Θεὸς τοῦ δείχνει, ὅπως εἴπαμε, ὅτι Ἐκεῖνος ἐδημιούργησε, ὄχι μόνο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα. Καί, τελευταῖο, ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο. Τοῦ δείχνει, ἐπίσης, ὅτι τὸν ἄνθρωπο δὲν τὸν ἐδημιούργησε παίρνοντας ἕναν πίθηκο καὶ κάνοντάς τον ἄνθρωπο, ἀλλὰ παίρνοντας χῶμα. Ὅπως θὰ πάρη, στὴν Μέλλουσα Ἀνάστασι, χῶμα καὶ θὰ ἀναστήση τοὺς νεκρούς, ποὺ ἔχουν γίνει χῶμα, ἔτσι καὶ τότε, στὴν Δημιουργία, πῆρε χῶμα καὶ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο. Δὲν πῆρε ὁ Θεὸς ἕναν πίθηκο καὶ τοῦ ἔδωσε ψυχὴ καὶ τὸν ἔκανε ἄνθρωπο, ὅπως ἐσφαλμένως ὑποστηρίζουν σήμερα πολλοὶ «Ὀρθόδοξοι» θεολόγοι.

Ὁ πίθηκος δὲν ἔχει αὐθυπόστατη ψυχή, ποὺ νὰ μένη καὶ νὰ ζῆ καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ πιθήκου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἔχει αὐθυπόστατη καὶ ἀθάνατη ψυχή. Πῶς τὸ γνωρίζομε αὐτό; Τὸ γνωρίζομε ἀπὸ τὸ ὅτι πολλὲς ψυχὲς νεκρῶν ἀνθρώπων (τῶν Ἁγίων) ἐμφανίζονται σὲ ζωντανούς. Ψυχὴ ζώου δὲν ἔχει ἐμφανισθῆ ποτὲ στὴν ἱστορία. Ἄρα, ἂν προερχόταν ὁ ἄνθρωπος ἐξελικτικὰ ἀπὸ πιθηκοειδές, δὲν θὰ εἶχε αὐθυπόστατη καὶ αἰώνια ψυχή. Τὸ ὅτι συμβαίνει νὰ ἔχη αὐθυπόστατη ψυχὴ σημαίνει, ἁπλούστατα, ὅτι δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν πίθηκο. Ἡ Ἐπιστήμη, ὅμως, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύση τὴν ἄϋλη ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν δέχεται ὕπαρξι αὐθυπόστατης ψυχῆς εἰς τὸν ἄνθρωπο. Τὴν ὕπαρξι τῶν ψυχικῶν φαινομένων τὴν ἑρμηνεύει ὡς ἀπόρροια τῶν νευρικῶν διεργασιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. Περισσότερα ἐπάνω σ' αὐτὸ θὰ λεχθοῦν στὴν συνέχεια.

Ἡ ἐπιστημονικὴ κοινότητα, τώρα, ἡ ὁποία εἶναι κατευθυνόμενη, γιὰ νὰ στηρίξη καὶ προπαγανδίση τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως, ἔχει παράγει σειρὰ ἐπιστημονικῶν ταινιῶν (ντοκυμαντέρ, βίντεος, κλπ.) πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτό. Χαρακτηριστικὴ σειρὰ εἶναι ἡ σειρὰ COSMOS ποὺ παρουσίασε ὁ ἀστροφυσικὸς Carl Sagan. Σ' αὐτὴν τὴν σειρά, φαίνεται καθαρὰ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς ποὺ εἶναι κρυμμένο πίσω της. Ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάζεται σὰν δεισιδαιμονία, ἡ ἀνυπαρξία ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ ὑποστηρίζεται ἐμμέσως πλὴν σαφῶς καὶ ἐξάγεται συμπερασματικά, ἡ ὕπαρξις λογικῶν ὄντων σὲ ἄλλους πλανῆτες βλακωδῶς ὑποστηρίζεται, ἡ φιλοσοφία περὶ τῆς ζωῆς εἶναι καθαρὰ μηδενιστική, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνύπαρκτος.

Ἐπιθυμῶν, λοιπόν, ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας νὰ διακονήση αὐτὸν τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ταυτισθῆ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ὁμολογεῖ εὐθέως ὅτι δὲν πιστεύει κἂν σὲ Θεὸ Δημιουργὸ ὅπως τὸν διδάσκει ἡ παραδοσιακὴ Ὀρθόδοξη Θεολογία, νὰ συμφωνῆ μὲ τὰ διακηρυττόμενα ἀπὸ τοὺς ἐξελικτικοὺς περὶ τοῦ ἀνθρώπου. Προσπαθῶντας νὰ ἀναπαύση τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει στὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πιθηκοειδῆ (ἢ ἀνθρωποειδῆ, τὸ ἴδιο εἶναι) ἀνήκει στὴν ὁμάδα ἐκείνη τῶν «Χριστιανῶν» ποὺ φθάνουν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Βαςίλειος, κλπ.) πίστευαν καὶ υἱοθετοῦσαν τὴν Ἐξέλιξι τῶν εἰδῶν σὰν τὸν τρόπο τῆς γενέσεως καὶ ἐμφανίσεως τῶν διαφόρων φυτικῶν καὶ ζωικῶν εἰδῶν. Παντρεύουν δηλ., αὐθαίρετα, τὴν Ἐξέλιξι μὲ τὴν Ἀποκάλυψι! Χαρακτηριστικά, ἔχει πῆ, ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας, ποὺ εἶναι ὁ ἡγέτης στὸν χῶρο τῶν συγχρόνων Ὀρθοδόξων θεολόγων ποὺ εἰσηγοῦνται κενοφανεῖς θεολογικὲς θέσεις, καὶ τὰ ἑξῆς:

"....(Κατὰ τὸ παρελθόν), ἡ θρησκεία καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐναντιώθηκαν, ἡ μία στὴν ἄλλη, μὲ πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ, φαίνεται, πώς συνέπραξαν σὲ μεγάλο βαθμό, ἂν καὶ ἀσυνειδήτως, στὴν καταστροφὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ.

.... Στὴν ἐποχὴ μας, .......... ὁλόκληρη ἡ φιλοσοφία τῆς ἐξειδικευμένης γνώσεως ἀμφισβητεῖται, τόσο στὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ στὴν θεολογία, καὶ ἰδιαιτέρως στὴν πρώτη. Παραδείγματος χάριν, καθίσταται ὁλοένα καὶ σαφέστερο στοὺς ἐπιστήμονες, ὅτι ἡ ζωολογία καὶ ἡ βοτανολογία δὲν εἶναι σαφῶς διαφορετικοὶ ἐπιστημονικοὶ τομεῖς, ὅσο ἐθεωροῦντο παραδοσιακῶς ὅτι εἶναι. Δὲν μπορεῖς νὰ κατανοήσης τὴν μέλισσα χωρὶς νὰ μελετήσης τὰ ἄνθη ποὺ καθορίζουν τὴν ζωή της, τὴν ὅλη της ὕπαρξη καὶ τὴν φύση της. Αὐτὴ ἡ περιβαλλοντικὴ ἀλληλεπίδραση καὶ ἀλληλεξάρτηση μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῆ ἐπ' ἄπειρον: Τὸ κάθε τὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ κάτι ἄλλο.

Αὐτὴ ἡ νἐα ὁλιστικὴ προσέγγιση στὴν γνώση μπορεῖ νὰ ἔχη σημαντικὲς περιβαλλοντικὲς συνέπειες, τόσο γιὰ τὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ γιὰ τὴν θρησκεία. Ἡ ἐξαφάνισις ἑνὸς ὡρισμένου εἴδους ἐπηρεάζει τὰ ὑπόλοιπα εἰδη. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἐπηρεάζεται ἀποφασιστικὰ ἀπὸ κάθε ἀλλαγὴ στὸ φυσικὸ περιβάλλον.

Ἂν ἡ ἐπιστήμη κινηθῆ μὲ συνέπεια ἀπὸ τὸν παραδοσιακὸ κατακερματισμὸ τῆς γνώσεως πρὸς μία ὁλιστικὴ προσέγγιση, ἡ θρησκεία (καί, ἰδιαιτέρως, ἡ Χριστιανικὴ θεολογία) πρέπει νὰ ἀναθεωρήση τὶς ἀπόψεις της γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ὂν καὶ νὰ δεχθῆ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδιανόητοι χωρὶς τὴν ὀργανική τους σχέση μὲ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία. Ἡ Χριστιανικὴ θεολογία θὰ πρέπη νὰ δεχθῆ τοὺς βασικοὺς ισχυρισμοὺς τῶν ἐξελικτικῶν ἰδεῶν τῆς βιολογίας, καὶ νὰ κατανοήση τὸν Ἄνθρωπο ὡς ὀργανικὸ μέρος τῆς οἰκογένειας τῶν ζώων.

Δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς Ἐξελικτικῆς θεωρίας στὴν βασική της ἀρχή, δηλαδή, τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀντιπροσωπεύει τὸ τελικὸ σημεῖο σὲ μία βιολογικὴ διαδικαςία, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχη ἀνάγκη νὰ δεχθῆ τὸν Δαρβινισμὸ στὴν λεπτομερῆ του περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως. Ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ Ανθρώπου τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς Δημιουργίας ἀπὸ φυσικὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπῆρχαν ἤδη.

Μία τέτοια ὁλιστικὴ προσέγγιση θὰ ἀσκοῦσε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στὴν στάση τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ περιβάλλον, ἀλλά, αὐτό, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὸ μόνο ἂν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ θρησκεία συμπέσουν, ὡς πρὸς τὶς ἀπόψεις τους σχετικὰ μὲ τὸν κόσμο καὶ τὴν θέση τοῦ ἀνθρώπου σὲ αὐτόν.

… Καθίσταται ὁλοένα καὶ σαφέστερο, τόσο στὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ στὴν θεολογία, ὅτι, ὄχι μόνο ὁ Ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία γιὰ τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ ὅτι καὶ τὸ ἀντίστροφο εἶναι ἐξ ἴσου ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι ἡ ὑπόλοιπη δημιουργία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο ὂν γιὰ τὴν πραγμάτωση καὶ ἐκπλήρωση τῆς ὑπάρξεώς της. Οἱ περιβαλλοντολόγοι χρειάζεται νὰ ἀναθεωρήσουν τὴν διαδεδομένη ὑπόθεσή τους, ὅτι ὁ Ἄνθρωπος χρειάζεται τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἐνῶ ἡ ὑπςολοιπη δημιουργία δὲν χρειάζεται τὸν Ἄνθρωπο.

Ἡ θρησκεία - σίγουρα ἡ Χριστιανικὴ θεολογία - εἶναι ἀνθρωποκεντρική, στὴν κοσμολογία της, καὶ θὰ ἐπέμενε, ὅτι τὸ ἀνθρώπινο ὂν εἶναι ἀπαραίτητο στὴν δημιουργία. Ὑπάρχουν σημάδια, σήμερα, ὅτι ἡ ἐπιστήμη κινεῖται πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση, τὴν ἀνθρωποκεντρική, ἡ ὁποία δηλώνει, ὅτι τὸ σύμπαν εἶναι φτιαγμένο μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἔχη νόημα μόνο μὲ τὴν προϋπόθεση τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος. Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὸν ὀργανικό του δεσμὸ μὲ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία, ἐπίσης, χρειάζεται τὸν Ἄνθρωπο γιὰ νὰ πραγματωθῆ.

Ἂν ἡ Ἀνθρωπικὴ Αρχὴ γίνη δεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονες - καὶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ὅτι, ἡ συζήτηση ποὺ προκάλεσε, κινεῖται πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση-, τότε μία ὑγιὴς καὶ δημιουργικὴ συμφιλίωση θὰ λάβη χώρα μεταξὺ θρησκείας καὶ ἐπιστήμης, ποὺ θὰ ἔχη σημαντικὲς συνέπειες γιὰ τὴν οἰκολογικὴ σκέψη.

.... Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅτι, ἀπὸ τότε ποὺ ἡ θεωρία τῆς Σχετικότητας κέρδισε τὴν μάχη στὴν ἐπιστήμη, κατέστη δύσκολο νὰ ἐξαλειφθῆ τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς ἐπιστημονικῆς «ἀλήθειας». Ὁ παρατηρητής, ὅπως μᾶς λένε τώρα, ἐπηρεάζει τὴν πραγματικότητα, κατὰ τὴν διαδικασία τοῦ πειράματος. Τὶ ἀπομένει, λοιπόν, ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ διχοτόμηση "ὑποκείμενο-ἀντικείμενο ";

Ἂν δὲν ὑπάρχη (πλέον) καθαρὸ "ἀντικείμενο" στὴν ἐπιστήμη, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸ νὰ λειτουργῆ κανεὶς στὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα χωρὶς νὰ περιλαμβάνη σὲ αὐτὴ καὶ τὸ πρόσωπο. Αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, ποὺ συνήθως θεωρεῖται σὰν κάτι ποὺ ἀφορᾶ στὴν κοινωνιολογία, τὴν ψυχολογία καὶ τὴν θεολογία, γίνεται τώρα ζωτικῆς σημασίας καὶ γιὰ τὴν ἐπιστήμη. Ἡ ἐπιστήμη πρέπει νὰ ἀνοίξη τὰ σύνορά της γιὰ νὰ συναντηθῆ μὲ τὴν θεολογία καὶ τὶς ἐπιστῆμες τοῦ ἀνθρώπου, ἂν θέλη νὰ κατανοήση σωστὰ τὴν ἴδια της τὴν φύση.

....... Τὸ κίνητρο τοῦ ἐπιστήμονα καὶ ἐκεῖνο τοῦ θεολόγου συναντῶνται στὸ σημεῖο τῆς κατανοήσεως τοῦ κόσμου ὡς μιᾶς ἀδιάσπαστης ὀργανικῆς ἑνότητας, τῆς ὁποίας ἡ ἀκεραιότητα πρέπει νὰ θεωρηθῆ ὡς δεδομένη καὶ νὰ εἶναι σεβασταη, γιὰ νὰ ἀληθεύη ὁποιαδήποτε πλευρὰ ἢ ἀπόσπασμα τῶν γνώσεών της. Ἔτσι, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἂν θέλουν νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὸν ἑαυτό τους, δέχονται, ὅτι, κάθε ἀποκάλυψη τῆς πραγματικότητας, θρησκευτικὴ ἢ ἐπιστημονική, μπορεῖ νὰ ἔχη νόημα μόνον ἂν ὁ κόσμος γίνεται σεβαστὸς στὴν μυστηριώδη ὁλότητά του " [1] .

Ὑποστηρίζει δηλ. ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἡ Ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ συναντηθῆ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ τὸ ἀντίθετο. Τοῦτο, βέβαια, εἶναι ἀναληθές. Γιατί; Διότι, τὰ ὅρια τῆς Ἐπιστήμης καὶ τὰ ὅρια τῆς θεολογίας δὲν συναντῶνται. Ὁ Θεὸς βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ἡ Ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ Τὸν προσεγγίση. Ἀλλά, ἡ Ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ προσεγγίση οὔτε τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, ὅπως θὰ καταδειχθῆ εἰς τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρο αὐτό.

Σχετικά, ἔχει πῆ ὁ Π . Γεώργιος Μεταλληνὸς τὰ ἑξῆς, ἀναφερόμενος εἰς τὴν θύραθεν γνῶσι καὶ τὴν ἄνωθεν κατερχομένη:

…Οἱ δύο αυτὲς γνώσεις ἀπαιτοῦν καὶ δύο γνωστικὲς μεθόδους. Μέθοδος τῆς ἐνδοκοσμικῆς σοφίας-γνώσεως εἶναι ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς διανοητικῆς/λογικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου..................... Ἡ καταγραφὴ τῆς γνώσεως - καὶ στὶς δύο περιπτώσεις - προϋποθέτει τὴν ἐμπειρικὴ  γνώση τοῦ φαινομένου........ Ἡ Ὀρθοδοξία, κάνοντας διάκριση τῶν δύο γνώσεων (σοφιῶν), τῶν μεθόδων καὶ τ ῶν ὀργάνων τους, ἀποφεύγει κάθε σύγχυση μεταξὺ τους, ἀλλὰ καὶ κάθε σύγκρουση............ ' Ἑκάστη γνῶσις τελεῖ τὰ ἑαυτῆς', κινουμένη ' ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῆς ὅροις τε καὶ λόγοις'. Κάθε γνώση δηλ. μένει καὶ κινεῖται στὰ ὅριά της. Τίθεται δηλ. πρόβλημα ὁρίων γιὰ κάθε γνώση. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων αὐτῶν ὁδηγεῖ στὴν σύγχυση τῶν λειτουργιῶν τους καὶ τελικὰ στὴν σύγκρουσή τους................

Μόνο ἐκεῖ ὅπου ἔχουν χαθεῖ οἱ προϋποθέσεις καὶ ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, μένει ἀνοικτὸς ὁ δρόμος πρὸς τὴν σύγχυση καὶ τὴν σύγκρουση.................. Τὴν διάκριση καὶ ἱεράρχηση συγχρόνως τῶν δύο γνώσεων ἔχει ἐπισημάνει ὁ Μ. Βασίλειος: 'Πίστις ἡγείσθω τῶν περὶ Θεοῦ λόγων· πίστις καὶ μὴ ἀπόδειξις. Πίστις, ἡ ὑπὲρ τὰς λογικὰς μεθόδους τὴν ψυχὴν εἰς συγκατάθεσιν ἕλκουσα· πίστις, οὐχ ἡ γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις, ἀλλ' ἡ ταῖς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείαις ἐγγινομένη.... Καὶ ὅλως, εἰ ἡ πίστις ἐλπιζομένων ἐστὶν ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων, μὴ φιλονείκει ἰδεῖν ἤδη τὰ μακρὰν ἀποκείμενα, μηδὲ τὰ ἐλπιζόμενα ἀμφίβολα καταστήσῃς, διὰ τὸ μήπως αὐτῶν δύνασθαι κατὰ τὴν γνῶσιν ἐξάπτεσθαι' (PG 30,104 Β/105Β).

Ὁ ἴδιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, δίνει, στὴν ' Ἑξαήμερό ' του (PG 29, 3-208), ἕνα κλασσικὸ παράδειγμα Ὀρθόδοξης χρήσης τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ἀποκρούει τὶς κοσμολογικὲς θεωρίες τῶν φιλοσόφων (περὶ αἰωνιότητας καὶ αὐθύπαρκτου τοῦ κόσμου), καὶ προχωρεῖ στὴν σύνθεση τῶν βιβλικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν δεδομένων μέσω μιᾶς συνεχοῦς ὑπέρβασης τῆς ἐπιστήμης. Ἀναιρῶντας δὲ τὶς ὑλιστικὲς θεωρίες καὶ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες, περνᾶ στὴν θεολογικὴ (ἀλλ' ὄχι μεταφυσικὴ) ἑρμηνεία. Κεντρικὸ μήνυμα τοῦ ἔργου του εἶναι, ὅτι εἶναι ἀδύνατη ἡ λογικὴ στήριξη τοῦ δόγματος (ἐπιστημοφάνεια). Τὸ δόγμα ἀνήκει σὲ ἄλλη σφαίρα· εἶναι ὑπέρλογο, 'ἐπιστημονικό', στὰ ὅρια μιᾶς ἄλλης γνώσης. Ἡ χρήση τοῦ 'δόγματος' στὴν ἐνδοκοσμικὴ γνώση ὁδηγεῖ στὴν μεταβολὴ τῆς ἐπιστήμης σὲ μεταφυσική, ἐνῶ ἡ χρήση τῆς λογικῆς στὸν χῶρο τῆς πίστης ἀποδεικνύει τὴν ἀδυναμία καὶ σχετικότητά της. Δὲν ὑπάρχει συνεπῶς κανένα 'πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα' στὴν Ὀρθόδοξη γνωσιολογία, ἀλλὰ κάθε γνωστικὸς χῶρος ἐρευνᾶται μὲ τὶς δικές του - ἐπιστημονικὲς καὶ στὶς δύο περιπτώσεις - προϋποθέσεις.

Ἡ τραγικότερη ἔκφραση τῆς ἀλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀντιμετώπιση, στὴν Δύση, τοῦ Γαλιλαίου. Θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ἡ περίπτωσή του ὡς ὑπέρβαση ὁρίων δικαιοδοσίας, ἂν δὲν ἦταν κάτι σοβαρότερο: σύγχυση τῶν ὁρίων τῶν γνώσεων καὶ σύγκρουσή τους. Γεγονός, ὅμως, εἶναι, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς ' ἄνω' σοφίας, στὴν Δύση, καὶ τοῦ τρόπου ἀπόκτησής της, μετέβαλε τὴν διάνοια σὲ ὄργανο θείας καὶ ἀνθρώπινης σοφίας. Χρησιμοποιούμενη μὲν ἡ διάνοια στὸν χῶρο τῆς ἐπιστήμης, ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ἀπόρριψη τοῦ ὑπερφυσικοῦ, ὡς ἀκατανόητου, ἡ χρήση της δὲ στὸν χῶρο τῆς 'πίστης' εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορρίψει τὴν ἐπιστήμη, ὅταν θεωρεῖται ἀντίθετη πρὸς τὴν 'πίστη'. Τὴν ἴδια νοοτροπία, βέβαια, προδίδει ἡ ἀπόρριψη τοῦ  Κοπερνίκειου συστήματος στὴν ' καθ' ἡμᾶς Ἀνατολὴ' (1794-1821) καὶ τὴν ἴδια ἀπώλεια τῶν κριτηρίων................. Τὴν ρεβὰνς τῆς καταδίκης τοῦ Γαλιλαίου θὰ πάρει (πῆρε) ἡ ἐπιστήμη στὸ πρόσωπο τοῦ Δαρβίνου μὲ τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως.

... Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴν Δύση, κλονίσθηκαν τὰ θεμέλια τοῦ 'ἀμετάβλητου' στὴν μεταφυσικὴ  ὀντολογία. Διότι, ἡ ἐπιστήμη βεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τὸ 'ἀμετάβλητο' δὲν ὑπάρχει............ Ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπανάσταση τοῦ 17ου αἰῶνα στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη συνέβαλε στὴν διάσταση τῶν χώρων πίστης καὶ γνώσης, μὲ ἀπόληξη τὴν ἀκόλουθη ἀξιωματικὴ ἀρχή: ' Ἀπὸ τὴν νἐα φιλοσοφία (θετικὴ) γίνονται δεκτὲς μόνο οἱ ἀλήθειες, ποὺ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο, τὴν ἀπολυτοποιημένη πιὰ αὐθεντία τῆς Δυτικῆς σκέψης (νοησιαρχία)... Τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα (π.χ. τριαδικότητα Θεοῦ, ἐνσάρκωση, 'ἐν Χριστῷ' σωτηρία κ.τ.ὁ.) ἀπορρίπτονται λογικά. Ὅποιος τὰ δέχεται λογικά, ἤ, προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐπιβάλλη λογικά, αὐτὸς ἀνήκει στὸν χῶρο τῆς 'φυσικῆς' (λογικῆς) θρησκείας (τοῦ 'θεϊστικοῦ διαφωτισμοῦ'), ποὺ, ἀπὸ πλευρᾶς (Ὀρθοδόξου) πατερικότητας, ὄχι μόνο δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀθεΐα, ἀλλ' εἶναι ἡ χειρότερη μορφή της. Ἡ ἀπόρριψη τῆς ' πίστης' εἶναι λιγώτερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν διαστρέβλωσή της...

...Στὴν Ὀρθοδοξία, αὐθεντία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὸ Ἄκτιστο, ὡς θέα τοῦ Ἀκτίστου (ἡ θέωση, ὁ δοξασμός), καὶ ὄχι τὰ κείμενα, οἱ Γραφές. Τὸ δόγμα 'sola scriptura' εἶναι Προτεσταντικό, δηλ., δυτικό. Ἡ πρόταξη τῶν κειμένων – δεῖγμα θρησκειοποίησης τῆς πίστης - ὁδηγεῖ στὴν ἰδεολογικοποίησή τους, καὶ, κατ' οὐσίαν, στὴν εἰδωλοποίηση τῶν κειμένων, δηλ. στὴν ἀπολυτοποίησή τους (fundamentalismus), μὲ ὅλες τὶς εὐνόητες συνέπειες…..   Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος (+430), ἀγνοῶντας τὴν Γραφικὴ καὶ Πατερικὴ γνωσιολογία, καὶ, Νεοπλατωνικὸς στὴν οὐσία, μὲ τὸ ἀξίωμά του  'credo, ut intelligam' (πιστεύω, γιὰ νὰ κατανοήσω), ἔθεσε τὴν ἀρχή, ὅτι μὲ τὴν πίστη ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στὴν λογικὴ σύλληψη τῆς Ἀποκάλυψης. Ἔτσι, ὅμως, δίνεται προτεραιότητα στὴν διάνοια, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς γνωστικὸ ὄργανο, τόσο στὴν φυσική, ὅσο καὶ στὴν ὑπερφυσικὴ γνώση. Ὁ Θεὸς νοεῖται ὡς 'ἀντικείμενο' γνωστικό, ποὺ 'συλλαμβάνεται' ἀπὸ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως συλλαμβάνεται τὸ φυσικὸ γνωστικὸ ἀντικείμενό της.

Μετὰ τὸν Αὐγουστίνο, τὸ ἑπόμενο βῆμα (μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, + 1274) θὰ κάνει ὁ Καρτέσιος (+1650) μὲ τὸ δικό του ἀξίωμα: 'cogito, ergo sum' (σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω), μὲ τὸ ὁποῖο διακηρύσσεται ἡ διάνοια ὡς κύριο συστατικὸ τῆς ὕπαρξης.

         Ἡ Πατερική, ὅμως, Ὀρθοδοξία εἶναι ἀντιμεταφυσική, διότι ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἐμπειρικὴ 'βεβαιότητα', μὲ τὴν χρήση τῆς Ἡσυχαστικῆς μεθόδου. Γι' αὐτὸ, καὶ ὁ Ἡσυχασμὸς τῶν Κολλυβάδων εἶναι ἐμπειρικὸς-ἐπιστημονικός. Ὀρθὸς λόγος, γιὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, εἶναι ὁ ἐμπειρικὸς λόγος. Δὲν πρέπει, γι' αὐτό, νὰ παραπλανᾶ ἡ ἀπολογητικὴ μέθοδός τους, ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς τους καὶ ἐμφανίζει τὰ μειονεκτήματα τοῦ μεταφυσικοῦ φονταμενταλισμοῦ.

Τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅπως καὶ τὰ κηρυγματικὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, μὲ κορύφωση τὴν Φιλοκαλία ..........  φανερώνουν τὴν ἡσυχαστικὴ φιλοκαλικὴ συνείδησή τους καὶ τὴν

ἀσκητικὴ βιωτή τους. Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς τῶν Κολλυβάδων-ἡσυχαστῶν τοῦ 18ου αἰῶνα εἶναι ἐμφανεῖς στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο δέχονται τὴν ἐπιστημονικὴ πρόοδο τῆς Δύσης. Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις εἶναι μὲν κριτικός, ἀλλὰ γενικὰ ἀνοικτὸς στὴν ἐπιστήμη καὶ θετικός, μὲ Πατερικὴ διάθεση. Οἱ Κολλυβάδες ἀποδέχονται ἐπιστημονικὲς θέσεις (π.χ., τὶς νεώτερες θεωρίες περὶ λειτουργίας τῆς καρδιᾶς, ὁ ἅγιος Νικόδημος, στὸ Συμβουλευτικό του Ἐγχειρίδιο). Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος δὲν πολεμεῖ τὴν ἐπιστήμη καθ' ἑαυτή, ἀλλὰ τὴν χρήση της ἀπὸ τοὺς δυτικόπληκτους διαφωτιστὲς τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου. Τὴν ἐπιστήμη θεωροῦν ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ προσφορὰ πρὸς τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν διευκόλυνση τῆς ζωῆς του.

Τὸ πρόβλημα τῆς σύγκρουσης πίστης καὶ ἐπιστήμης, πέρα ἀπὸ τὴν σύγχυση τῶν γνώσεων, ἔχει ὡς αἰτία καὶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῶν δύο ὄψεων τῆς γνώσης. Χριστιανικά, προέκυψε, ἔτσι, μιὰ νοσηρὴ ἀπολογητικὴ (Ἕλληνας καθηγητὴς τῆς Ἀπολογητικῆς προέτεινε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, 'μαθηματικὴ ἀπόδειξη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ' !). Κάποτε, λησμονεῖται ὁ ἀξιωματικὸς λόγος, ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐγκλωβισμένη στὰ ὅρια τῆς φθορᾶς, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν λογικὴ τῆς φθορᾶς… Ταίποτε δὲν ἀποκλείει τὴν συνύπαρξη πίστης καὶ ἐπιστήμης, ὅταν ἡ πίστη δὲν εἶναι φαντασιώδης μεταφυσική, καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν νοθεύει τὸν θετικό της χαρακτήρα μὲ τὴν χρήση τῆς μεταφυσικῆς.

........ Ἡ ἀναγνώριση τῶν ὁρίων τῶν δύο γνώσεων (κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου) καὶ ἡ χρήση τοῦ κατάλληλου γιὰ τὴν κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς ὀργάνου, εἶναι στοιχεῖο τῆς Πατερικῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ἱεραρχεῖ τὴν 'κάτω' ἢ ' ἔξω' σοφία στὴν 'ἄνω' ἢ 'θεία' γνώση. Ἀντίθετα, ἡ σύγχυσή τους διαιωνίζει τὶς ἑκατέρωθεν παρερμηνεῖες καὶ συντηρεῖ τὴν σύκρουσή τους. Μία ' Ἐκκλησία', ποὺ ἐπιμένει στὴν μεταφυσικὴ θεολόγηση, θὰ ἀναγκάζεται νὰ ἀποκαθιστᾶ συνεχῶς κάποιο Γαλιλαῖο· ἀλλὰ, καὶ μία Ἐπιστήμη, ποὺ ἀγνοεῖ τὰ ὅριά της, θὰ ἀλλοτριώνεται σὲ μεταφυσική, καὶ θὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἡ τὴν ἀπόρριψή Του - ἐμφανῶς ἢ σιωπηρῶς.

...... (Ἔτσι) ἡ ἀντίθεση, καί, κατὰ συνέπεια, ἡ σύγκρουση πίστης καὶ ἐπιστήμης συνιστᾶ πρόβλημα μὲν γιὰ τὴν Δυτικὴ (Φραγκολατινικὴ) σκέψη, καὶ ψευδοπρόβλημα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ παράδοση. Ἡ ἐπιςήμανση αὐτὴ θεμελιώνεται στὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῶν δύο χώρων» [2].

Ὅλα, λοιπόν, τὰ ἀνωτέρω, δείχνουν ὅτι ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας βρίσκεται σὲ λάθος δρόμο....

 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

(ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΑΣΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ)

 Α. Περὶ τοῦ Θεοῦ

Εἰς τὸ Δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Τρισαγίου, ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς περὶ τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ πρώτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος: «...Ἅγιος ὁ Θεὸς (Πατήρ), ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Δηλ., ἅγιος, κατὰ φύσιν καὶ κυριολεξίαν, εἶναι ὁ Θεὸς Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὰ πάντα, δηλ. τὸν κόσμον, διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου Του μὲ τὴν συνεργίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐδῶ, βλέπομε δύο πράγματα: Πρῶτον, ὅτι δηλώνεται κατηγορηματικὰ ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόσωπο καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι δηλ. ὁ κόσμος, τὸ σύμπαν, προϊὸν τυχαίων γεγονότων, ὅπως διδάσκουν οἱ ἐξελικτικοί. Καὶ, δεύτερον, ὅτι καὶ τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Θεοῦ, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, συνεργοῦν εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ κόσμου. Τὸ κάθε Πρόσωπο ἔχει ἰδιάζοντα καὶ ξεχωριστὸ ρόλο. Ὁ Πατὴρ βούλεται, δηλ. ἀποφασίζει νὰ δημιουργήση τὸν κόσμον, ὁ Υἱὸς δίνει τὴν ἐντολὴν νὰ δημιουργηθῆ ὁ κόσμος, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον φέρει εἰς πέρας καὶ πραγματοποιεῖ τὴν βουλὴν τοῦ Πατρὸς καὶ ὑλοποιεῖ τὴν ἐντολὴν τοῦ Υἱοῦ. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς (Λόγος), λέγει ἡ Γραφὴ, γενηθήτω φῶς' καὶ ἐγένετο φῶς (τῇ συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος)». Ὁ Θεὸς εἶναι τρία Πρόσωπα: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Θεοῦ ἔχουν κοινὴν φύσιν, ἐνέργειαν καὶ θέλημα, ἀλλὰ διαφορετικὸν ρόλον, διαφορετικὸν ἔργον, εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ συντήρησιν καὶ ὕπαρξιν τοῦ κόσμου.

Καὶ συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: «Ἅγιος ἰσχυρός (ὁ Υἱός), δι’ οὗ  τὸν πατέρα ἐγνώκαμεν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ». Δηλ., ἅγιος, κατὰ φύσιν καὶ κυριολεξίαν, εἶναι καὶ ὁ Υἱός, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνωρίσαμε τὸν Πατέρα, ἐγνωρίσαμε δηλ. ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Πατήρ. Ἀλλά, καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπεδήμησεν εἰς τὸν κόσμον, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ ἔκτοτε μένει μεθ' ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα. Πῶς, ὅμως, διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐγνωρίσαμε τὸν Πατέρα; Ὁ Υἱὸς ἀπεκάλυψε εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸν Πατέρα, ὅτι ὑπάρχει Πατήρ. Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπεκαλύπτετο, ὡμιλοῦσε καὶ ἔλεγε εἰς τοὺς Προφήτας: «Τάδε λέγει Κύριος (ὁ Πατήρ), κλπ. » καὶ ἀπεκάλυπτε εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν βουλὴν τοῦ Πατρός. Δηλ., «αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω θέλει νὰ μεταφέρετε εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Κύριος (ὁ Θεὸς Πατήρ)..». Εἰς δὲ τὴν Καινὴν Διαθήκην, μετὰ δηλ. τὴν Ἐνσάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, μᾶς ἀπεκάλυπτε ἐπανειλημμένως   τὸν   Πατέρα.   Πότε;   Κατὰ   τὴν   Βάπτισίν   Του,   κατὰ   τὴν

Μεταμόρφωσίν Του, κατὰ τὴν διδασκαλίαν Του, κατὰ τὸ Μυστικὸν Δεῖπνον, κλπ., καὶ τελικά, κατὰ τὴν Ἁγίαν Πεντηκοστήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἀπεκάλυψε τὴν Ἁγία Τριάδα πλήρως, εἰς τὴν πληρότητά Της, εἰς τοὺς Ἀποστόλους. Ἐκεῖ, οἱ Ἀπόστολοι 'εἶδαν', ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν Ἁγίαν Τριάδα 'καθώς ἐστι'. Εἶδαν τὸν Πατέρα, ποὺ εἶναι Φῶς, καὶ ποὺ εἶναι ἡ πηγή, ἡ ὁποία γεννᾶ ἀεννάως τὸν Λόγον καὶ ἐκπορεύει ἀεννάως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶδαν τὸν Υἱόν, ποὺ εἶναι ἐπίσης Φῶς, ἀλλὰ σαρκωμένον, ἔχον περίγραμμα ἀνθρώπου, τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἶδαν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὸ Φῶς. Ὁ Θεὸς δηλ., τὶ εἶναι; Τρία Φῶτα, ἀλληλοπεριχωρούμενα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα, μετὰ τὴν Ἐνσάρκωσιν, εἶναι ὁ Χριστός. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ εἶναι τρία Πρόσωπα ἰσότιμα, ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὸν ἰδικό Του ρόλον. Ὅμως, αὐτὰ τὰ τρία διαφορετικὰ Πρόσωπα εἰς τὸν Θεὸν εἶναι ἕνα κατὰ τὴν φύσιν, τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐνέργειαν. Πηγὴ ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ Πατήρ. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἐκ τοῦ Πατρός. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐπίσης ἐκ τοῦ Πατρός. Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔχουν ὅμως διαφορετικὸν τρόπον ὑπάρξεως. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται. Ὁ Πατήρ γεννᾶ ἀεννάως τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Αὐτὰ, ἀπεκάλυψε τότε ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ συνεχίζει διαχρονικὰ νὰ τὰ ἀποκαλύπτη, πάλι ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπαναλαμβάνεται εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας τῆς κάθε ἐποχῆς, ἀκριβῶς ὅπως συνέβη τότε καὶ μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικὰ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησία, συντηρεῖ, μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησία, τὴν μαρτυρία περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ φύσεως τοῦ Θεοῦ.

Καὶ καταλήγει τὸ Δοξαστικό, ἀναφερόμενο τώρα εἰς τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἰς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἅγιος ἀθάνατος, τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, Τριὰς Ἁγία δόξα σοι». Γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὀνομάζεται ἐδῶ 'Παράκλητον Πνεῦμα'; Ὁ Χριστὸς εἶπε τὸ ἑξῆς εἰς τὴν ἀρχιερατική Του προσευχή, κατὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ἐπειδὴ ἐλυπήθησαν οἱ Μαθηταὶ ὅταν τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὑπάγη εἰς τὸν Πατέρα, δηλ. θὰ ἀναληφθῆ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν: «Κἀγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει «ὑμῖν, ἵνα μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα ᾖ» (Ἰωάν., 14, 16). Δηλ., 'μετὰ τὴν Ἀνάληψί μου, θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα νὰ σᾶς στείλη ἄλλον Παράκλητον, Παρηγορητήν, ὁ ὁποῖος θὰ μείνη γιὰ πάντα μαζί σας'. Ἔτσι, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ ἄλλος Παράκλητος, ποὺ κατῆλθε ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, παραμένει, ἔκτοτε, μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, εἰς τὴν Ἐκκλησία καὶ μᾶς παρακαλεῖ(παρηγορεῖ) μὲ τὴν Χάρι Του, τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχομε τώρα τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ τὸν βλέπωμε καὶ νὰ παρηγορούμεθα. Δηλ., τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι γιὰ μᾶς ὁ Παράκλητος, ὁ Παρηγορητής. Καὶ, συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: ' Τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον'. Ἐδῶ, βλέπομε, ὅτι ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός. Οἱ Λατῖνοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴν βλασφημία, ὅτι ἐκπορεύεται 'καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ' (filioque), πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἦταν ἡ ἀρχὴ σειρᾶς αἱρετικῶν δοξασιῶν τους, οἱ ὁποῖες ἀκολούθησαν. Καὶ συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: 'Καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον". Δηλ., τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ναὶ μὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ποὺ εἶναι ἡ πηγή Του, ὅμως ἀναπαύεται εἰς τὸν Υἱὸ καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὸν κόσμον διὰ τοῦ Υἱοῦ. Πῶς τὸ γνωρίζομε αὐτό; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε: «...Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω' ἐὰν γὰρ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς' ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ίωάν., 16, 7). Δηλ., ...θὰ σᾶς στείλω Αὐτὸν, τὸν Παράκλητο (ποὺ θὰ παραμείνη γιὰ πάντα μαζί σας).

Αὐτὸς, λοιπόν, ε ἶναι ὁ Θεὸς. Ὁ ἄναρχος, ἀθάνατος καὶ ἀτελεύτητος, ὁ πανάγαθος, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ μὴ ἔχων ὁμοιότητα μὲ τίποτε εἰς τὸν κόσμον καὶ τοῦ ὁποίου τὸ δεύτερο Πρόσωπο, ὁ Υἱός, προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς, ποὺ ἔχει δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρωπίνη, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως ἑνωμένες, δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, θεάνθρωπος. Ὄχι ὑπεράνθρωπος, ποὺ λέγουν οἱ αἱρετικοί. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀπεικονίζεται εἰς τὶς εἰκόνες, λόγῳ τῆς περιγραπτῆς ἀνθρωπίνης Του φύσεως, καὶ προσκυνεῖται λατρευτικῶς, ὡς Θεὸς Λόγος. Ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν ἀπεικονίζονται, διότι δὲν μοιάζουν μὲ τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον. Εἶναι Φῶτα ἄκτιστα, δηλ. ὄχι τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ σημαίνει ὅτι οὔτε ὡς φῶς πρέπει νὰ ἀπεικονίζωνται, διότι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου, ὡς κτιστόν, δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα μὲ τὸ ἄκτιστον Φῶς τοῦ Θεοῦ. Πῶς, λοιπόν, προσκυνεῖται καὶ λατρεύεται ὁ Θεὸς; Νοερῶς, ὡς ἄκτιστον Πνεῦμα, καὶ διὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

 

 

Β. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου

 

 

Ὁ Χριστὸς, ὁ σαρκωμένος Λόγος, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον, ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἀδὰμ ἐπλάσθη κατὰ τὸ μεταγενέστερον χρονικὰ πρωτότυπόν του, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς. Ὁ Ἅγιος γίνεται ὅμοιος μὲ τὸν Χριστόν, κατὰ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος γίνεται κατὰ Χάριν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς κατὰ φύσιν, ἐφ' ὅσον φθάση εἰς τὸ μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος εἶναι καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἁμαρτωλός, εἶναι ἀμαυρωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ καλεῖται, διὰ τῆς μετανοίας, νὰ γίνη καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ἅγιος. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἐπλάσθηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα «κατ' εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Τὶ σημαίνει, ὅμως, αὐτό; Σημαίνει τὸ ἑξῆς:

Ὁ Θεὸς εἶναι Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Νοῦς (Πατήρ), Λόγος (Υἱός), Πνεῦμα (Ἅγιον Πνεῦμα). Ἀλλά, καὶ ἡ κατὰ προσέγγισιν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἔχει νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα. Ἡ διαφορά, ὅμως, ποιὰ εἶναι; Ὁ Θεὸς, ποὺ εἶναι Νοῦς, Λόγος, Πνεῦμα, ἔχει τρεῖς Ὑποστάσεις. Ὁ Νοῦς εἶναι ὑπόστασις (ὁ Πατήρ), ὁ Λόγος εἶναι ὑπόστασις (ὁ Υἱός), τὸ Πνεῦμα εἶναι ὑπόστασις (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἂν καὶ ἔχη, ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα, εἶναι μία ὑπόστασις. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι μία ὑπόστασις. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι Τρεῖς Ὑποστάσεις. Ἄρα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία κατὰ προσέγγισιν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, εἶναι ἀκριβής εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ ὁμοιάση.

Καὶ, ὅπως ὁ Θεὸς ἔχει Νοῦν, ποὺ βούλεται καὶ ἀποφασίζει, Λόγον, ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν βουλὴν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Νοῦ καὶ ἐντέλλεται, καὶ Πνεῦμα, ποὺ φέρει εἰς πέρας καὶ πραγματοποιεῖ τὴν βουλὴν τοῦ Νοῦ διὰ τοῦ Λόγου, τὸ ἴδιο ἔχει καὶ ὁ ἄνθρωπος: Νοῦν, ποὺ βούλεται καὶ ἀποφασίζει, λόγον, ποὺ ἀποκαλύπτει καὶ ἐκφράζει (ἐνδιαθέτως, προφορικῶς ἢ γραπτῶς) τὴν βουλήν, τὴν ἐπιλογήν, τὴν ἀπόφασιν καὶ τὸ θέλημα τοῦ νοῦ, καὶ πνεῦμα (δύναμιν), τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ τὴν ἐκπεφρασμένην διὰ τοῦ λόγου βουλὴν τοῦ νοῦ. Παράδειγμα: Ἀποφασίζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ πάη ὁ ἄνθρωπος ἕνα ταξείδι. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει, ἐκφράζει τὴν βούλησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ νοῦ καὶ ἐπεξεργάζεται λογικὰ τὴν βουλὴν τοῦ νοῦ. Δηλ., κρίνει ὁ λόγος τὴν βουλὴν τοῦ νοῦ καὶ, ἂν τὴν ἐγκρίνη ὡς ἐπιθυμητή, χρήσιμη καὶ πραγματοποιήσιμη, ἐξαγγέλει ὁ ἄνθρωπος, διὰ τοῦ λόγου, τὴν ἀπόφασίν του νὰ πάη αὐτὸ τὸ ταξείδι. Γιὰ νὰ τὸ πραγματοποιήση, ὅμως, αὐτὸ τὸ ταξείδι, ἀναλαμβάνει τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ κινήση τὸ σῶμα, ὥστε νὰ φέρη εἰς πέρας τὴν ἐγκεκριμένην ὑπὸ τοῦ λόγου βουλὴν τοῦ νοῦ. Τότε, τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου κινεῖ τὸ σῶμα, ὥστε νὰ σηκωθῆ τὸ χέρι καὶ νὰ τηλεφωνήση εἰς τὸ πρακτορεῖο ταξειδίων, ἢ νὰ περιπατήση ὁ ἄνθρωπος μέχρι τὸ πρακτορεῖο ἐκδόσεως εἰσητηρίων, κλπ. Δηλ., ἡ πηγὴ τῶν πάντων εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ὁ νοῦς του. Ἀπὸ αὐτὸν ξεκινοῦν ὅλα. Εἶναι ἡ κατὰ φύσιν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν του.

Τὶ ἀκριβῶς, ὅμως, ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν 'νοῦν'; Τὶ εἶναι ὁ 'νοῦς' τοῦ ἀνθρώπου; Εἰς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὁ ἴδιος ὅρος, 'νοῦς', χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ κέντρο, τὸ μάτι, τῆς ψυχῆς, καὶ γιὰ τὴν διάνοια, ποὺ εἶναι μία δύναμις τῆς ψυχῆς. 'Νοῦς', γιὰ τὸν ἐπιστήμονα, σημαίνει διάνοια (mind), ὄχι τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς. 'Νοῦς', γιὰ τὸν πιστό, μπορεῖ νὰ σημαίνη διάνοια, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν δύναμι τῆς ψυχῆς ποὺ κινεῖ τὸν ἐγκέφαλο, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ σημαίνη καὶ τὸν ὀφθαλμό, τὸν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, τὴν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν ψυχή. Ἡ διάνοια εἶναι τὸ ὄργανο τοῦ λόγου, τὸ «λογισμικὸ» τοῦ ἐγκεφάλου, ὄχι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου. Καὶ ἑδράζεται ε ἰς τὸν ἐγκέφαλον. Ὁ ἐγκέφαλος ε ἶναι ὁ ἐπεξεργαστής τοῦ λόγου, τὸ ὑλικὸ εἰς τὸ ὁποῖο «ἐγκαθίσταται» τὸ λογισμικό, δηλ. ἡ διάνοια. Ἡ διάνοια λειτουργεῖ καὶ ἀποκαλύπτεται ὅτι λειτουργεῖ διὰ τοῦ ἐγκεφάλου. Ἕνας κατεστραμμένος ἐγκέφαλος δὲν μπορεῖ νὰ κάνη μία πρόσθεση, ἐπειδὴ δὲν λειτουργεῖ ἡ διάνοια. Ἐμᾶς, ὅμως, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ διάνοια, ποὺ ε ἶναι τὸ λογισμικὸ τοῦ ἐγκεφάλου. Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ γνωρίσωμε ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου, ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν. Αὐτὴ ἡ πηγὴ εἶναι ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι. Εἶναι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι, βέβαια. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ἁπλὰ ὁ ἐπεξεργαστὴς τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὁ ἠλεκτρονικὸς ὑπολογιστὴς τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός, ὅμως, κινεῖ τὸν ἐγκέφαλο; Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ διάνοια ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων. Καὶ, τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ποιὸς τὴν κινεῖ; Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, δηλ. ἡ ψυχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συγκεκριμένα ὁ πυρῆνας της, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Τὴν δὲ ψυχὴ ποιὸς τὴν κινεῖ; Ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.

Ἡ διάνοια εἶναι ἁπλὰ μία ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς, γεννᾶ τὸν λόγον, τὴν σκέψιν, ἢ ἀποδέχεται τὴν σκέψιν, τὸν λογισμόν, ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ Θεός, ἢ ὁ διάβολος. Ἡ διάνοια ἐπεξεργάζεται, διὰ τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τῆς λογικῆς, τὴν σκέψιν, καὶ, ἐὰν ὁ νοῦς τὴν ἐγκρίνη καὶ τὴν ἀποδεχθῆ, ἐὰν δηλ. κάνη συγκατάθεσιν εἰς ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ὑποδεικνύει ἡ σκέψις, ὁ λογισμός, τότε δίδει ἐντολὴν εἰς τὴν διάνοιαν νὰ κάνη πρᾶξιν τὴν σκέψιν. Καὶ ἡ διάνοια κινεῖ τὸν ἐγκέφαλον, ὁ δὲ ἐγκέφαλος τὸ σῶμα, ποὺ πραγματοποιεῖ, φέρει εἰς πέρας, ἐκεῖνο ποὺ προέτεινε ἡ σκέψις. Ἔτσι κινεῖται ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος χειρίζεται τὸν ἠλεκτρονικὸ ὑπολογιστή του, διὰ τῆς διανοίας του, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του, χειρίζεται, διὰ τῆς διανοίας, τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου.

Κάθε, ὅμως, σκέψις ἢ λογισμὸς ποὺ γεννᾶται ε ἰς τὸν ἄνθρωπον προέρχεται πάντα ἀπὸ τὴν φυσικήν του πηγήν, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς του; Ὄχι πάντα. Διότι, σκέψεις ἢ λογισμοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀπὸ δύο ἄλλες ὀντότητες: Ἀπὸ τὸν Θεόν, ἢ ἀπὸ τὸν διάβολον. Δηλ., μία σκέψις ποὺ γεννᾶται εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ προέρχεται, εἴτε ἀπὸ τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν φυσικήν του πηγήν, εἴτε ἀπὸ τὸν ὑπέρτατον Νοῦν, τὸν Θεόν, ποὺ θέλει νὰ σώση καὶ βοηθήση τὸν ἄνθρωπον, εἴτε ἀπὸ τὸν διάβολον, ποὺ θέλει νὰ πλανήση καὶ καταστρέψη τὸν ἄνθρωπον. Ὁ νοῦς, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεών του, ἐὰν αὐτὲς δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ τὸν διάβολον. Καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γεννᾶ τὸν λόγον, κινεῖ τὴν διάνοιαν καὶ τὸν ἐγκέφαλον καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὶς πράξεις τοῦ ἀνθρώπου.

Συμβαίνει, ὅμως, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, νοουμένου ὡς ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν του, ποὺ εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας, τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι ἕνα αύθυπόστατον κτίσμα, νὰ ἔχη δηλ. ἰδικήν του ὑπόστασιν, ξεχωριστὴν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον παραμένει ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι δηλ. μία ὀντότητα ξεχωριστὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζεῖ καὶ μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο, κάτι ποὺ δὲν συμβαίνει εἰς τὰ ζῶα. Τὰ ζῶα, καὶ δὴ ὁ χιμπαντζής, ποὺ λέγουν οἱ ἐξελικτικοὶ ὅτι εἶναι τὸ πλησιέστερο πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἐξελικτικά, ζῶο, δὲν ἔχουν ψυχὴ ὡς αὐθυπόστατη ὀντότητα. Ἡ ψυχὴ τῶν ζώων πεθαίνει μαζὶ μὲ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματός τους. Καὶ, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ψυχὴ ὅμοια μὲ τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ποὺ νὰ εἶναι αὐθύπαρκτο κτίσμα καὶ νὰ συνίσταται ἀπὸ νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα, γι' αὐτὸ καὶ τὰ ζῶα δὲν ἔχουν λόγον. Ἔχουν φωνήν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγον. Ἔχουν ὑποτυπώδη λογικήν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγον. Γιατὶ δὲν ἔχουν λόγον; Ἐπειδὴ δὲν ἔχουν νοῦν, ψυχήν, ζῶσαν πέραν τοῦ τάφου, ποὺ εἶναι, ὅπως εἴπαμε, αὐθύπαρκτον κτίσμα καὶ ἡ πηγὴ τοῦ λόγου. Οὔτε αὐτεξούσιον ἔχουν, ἀλλὰ κινοῦνται νομοτελειακά. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἕνα ζῶο ποὺ πεινάει νὰ μὴ προσεγγίση τὴν τροφήν, ὅταν αὐτὴ τοῦ προσφερθῆ. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, μπορεῖ νὰ τὴν ἁρνηθῆ, ἐπειδὴ ἔχει αὐτεξούσιον. Ἐξ ἄλλου, ποτὲ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἱστορίαν δὲν ἔχει καταγραφῆ περιστατικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕνα ζῶον νὰ ἐμφανίσθηκε εἰς ἕναν ζῶντα ἄνθρωπον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ζώου αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο, διότι ἁπλούστατα τὰ ζῶα δὲν ἔχουν ψυχὴν ποὺ νὰ ζῆ μετὰ τὸν βιολογικό τους θάνατο. Ὑπάρχουν, ὅμως, καταγεγραμμένες χιλιάδες μαρτυρίες ἐμφανίσεως νεκρῶν ἀνθρώπων, ἁγίων καὶ μὴ, εἰς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν. Τὶ εμφανίζεται εἰς τοὺς ζῶντας; Ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, ἡ ὁποία ζεῖ καὶ μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο.

Ἐδῶ, τώρα, συναντοῦμε καὶ τὸ μέγα χάσμα ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνθρωπολογίας εἰς τὸ ἀνθρωπολογικὸ ζήτημα. Διότι, ἡ μὲν Ο.Α. (Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία) διδάσκει ὅλα τὰ ἀνωτέρω, ἐπειδὴ γνωρίζει, ἐξ ἀποκαλύψεως, τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δὲ Ε. (Ἐπιστήμη) διδάσκει καὶ αὐτὴ περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, βασισμένη ὅμως εἰς τὴν παρατήρησιν, τὸ πείραμα, εἰς τὴν φαινομενολογία καὶ εἰς τὴν Ἐξελικτικὴ Θεωρία, ποὺ εἶναι ἡ φιλοσοφία της.

Καί, τὶ διδάσκει ἡ Ε.; Ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου - μὲ αὐτὸν τὸν ὅρον, 'νοῦν', ἡ Ε. ἐννοεῖ μόνον τὴν διάνοιαν (mind) τοῦ ἀνθρώπου - εἶναι μία ψυχικὴ ἐνέργεια, μία ψυχικὴ δύναμις, τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ε. δὲν ὁμιλεῖ , δὲν ἀσχολεῖται, δὲν γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν διάνοια, καὶ ἕνας ἄλλος 'νοῦς', ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα του, ἔχει καὶ αὐθυπόστατην ψυχήν, ἡ ὁποία τὸ ζωοποιεῖ καὶ τῆς ὁποίας ὁ πυρῆνας εἶναι αὐτὸς ὁ ἄλλος νοῦς. Δὲν γνωρίζει, ὅτι τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ζωοποιεῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν γνωρίζει, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄλλος 'νοῦς', καὶ κατ' ἐπέκτασιν ἡ ψυχή, ὑφίσταται, ὑπάρχει, καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, πάλι σὰν αὐθυπόστατη ὀντότητα. Ἡ Ε., ἐπειδὴ δὲν κατέχει τὴν γνῶσι ἐξ ἀποκαλύψεως, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει εἰς τὴν ἀνυπαρξία μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο, ὅπως τὰ ζῶα. Ὅτι, δηλ., πέραν τοῦ τάφου δὲν ὑπάρχει τίποτε ἁπολύτως. Τοῦτο τὸ συμπέρασμα, βεβαίως, δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὸ ὅτι ἡ Ε. δὲν ἀποδέχεται ὕπαρξιν Θεοῦ Δημιουργοῦ, ἀφοῦ ἀδυνατεῖ νὰ Τὸν ἀνιχνεύση μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, δεχομένη ὅτι ὅλα τὰ ὑλικὰ ὄντα εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων.

Κατὰ τὴν Ο.Α., ὅμως, ὅπως εἴπαμε, ὁ 'νοῦς' τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τὸ κέντρο, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του ἀνθρώπου. Αὐτὸς ὁ 'νοῦς' τοῦ ἀνθρώπου ταυτίζεται μὲ τὴν 'καρδιὰ' τοῦ ἀνθρώπου, τὸ πνευματικὸ δηλ. κέντρο τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐκπορεύονται, κατὰ τὸν Κύριο, οἱ πονηροὶ διαλογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κέντρο ὑπάρξεως, δηλ. τὸν 'νοῦν', τὴν 'καρδίαν', δὲν ἐκπορεύονται μόνον οἱ πονηροὶ λογισμοί, ἀλλὰ ὅλοι οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις, τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτὲς πηγάζουν ἀπὸ τὸν ἴδιο, εἴτε ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ ἀπὸ τὸν διάβολον. Καὶ, αὐτὸ τὸ κέντρο τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ὁ νοῦς του, πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τὸ κέντρο, τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἑδράζεται, ὄχι εἰς τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ε ἰς τὸν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ τόπος, ἡ ἕδρα, τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἕδρα τοῦ νοῦ, διότι ὁ νοῦς ταυτίζεται μὲ τὴν πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατανέμεται, διαχέεται, εἰς ὅλο τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ περικλείει, συνέχει τὸ σῶμα. Ἔχει, ὅμως, τὸ φυσικό της κέντρο, ποὺ εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ ἑδράζεται ὁ 'νοῦς' (ὄχι ἡ διάνοια), ἡ πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κέντρο, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς. Εἰς αὐτὸ τὸ κέντρο, εἰς τὴν πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸν χῶρο τῆς φυσικῆς του καρδιᾶς, ἔρχεται καὶ ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεκτικὸς τῆς Χάριτος, κράζον «ἀββᾶ ὁ πατήρ», κατὰ τὸν Ἀπὸστολον, καὶ ποεῖ τὸν ἄνθρωπον πνευματικόν, δηλ. υἱὸν Θεοῦ. Εἰς τὰ ζῶα δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατότης, ἐπειδὴ τὰ ζῶα δὲν ἔχουν νοῦν, ποὺ νὰ δέχεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, οὔτε νοῦν ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι πηγὴ λόγου καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἔχουν οὔτε λόγον. Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ ἄνθρωπος νὰ προέρχεται, ἐξελικτικά, ἀπὸ τὰ ζῶα;

Ἡ διάνοια, ποὺ εἶναι μία ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ, ἑδράζεται εἰς τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖο ἡ διάνοια χρησιμοποιεῖ, ὥστε ὁ ἐγκέφαλος νὰ κινήση τὸ σῶμα καὶ νὰ φέρη εἰς πέρας, νὰ ἐκτελέση, ἐκεῖνο ποὺ τὸν διατάσσει ἡ διάνοια. Ἡ δὲ διάνοια, ὅπως εἴπαμε, κατὰ τὴν Ο. Α., παίρνει ἐντολὲς ἀπὸ τὸν νοῦν, τὸ κέντρο, τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Ἄν, τώρα, ἐρωτήσωμε ἕναν ἐπιστήμονα «ἔχεις νοῦν;», θὰ μᾶς ἀπαντήση «ναὶ» ἐννοῶντας τὴν διάνοιά του, ἡ ὁποία κινεῖ τὸν ἐγκέφαλό του. Καί, ἂν πάλι τὸν ἐρωτήσωμε «πῶς ξέρεις ὅτι ἔχεις νοῦν (διάνοιαν), ἀφοῦ δὲν τὸν βλέπης;», θὰ μᾶς ἀπαντήση «ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ἀφοῦ λειτουργῆ λογικὰ ὁ ἐγκέφαλός μου». Δὲν τὸν βλέπει τὸν νοῦν του, τὴν διάνοιά του, ὁ ἐπιστήμων, ὅμως συμπεραίνει ὅτι ἔχει διάνοια ἐπειδὴ σκέπτεται, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ὁ ἐγκέφαλός του, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τοῦ ἐγκεφάλου του ε ἶναι ἡ διάνοια. Δὲν γνωρίζει, ὅμως, ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τῆς διανοίας εἶναι ἡ ψυχή, ὁ νοῦς, ὡς ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς. Οὔτε γνωρίζει, ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ, κατ' ἐπέκτασιν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ Ε., λοιπόν, δὲν δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διττός, δηλ. ὅτι συνίσταται ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ἡ ὁποία ζωοποιεῖ τὸ σῶμα καὶ ζεῖ σὰν αὐθύπαρκτη ὀντότητα μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματος, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀνιχνεύση, οὔτε δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ κάτι ἄλλο πέραν τοῦ ἐξελιγμένου ἐγκεφάλου του, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεών του καὶ τὸ ὄργανο ποὺ ἐνεργεῖ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, δηλ. ὁ νοῦς, ἡ πνευματική του καρδιά, ποὺ εἶναι ὁ πυρῆνας, τὸ μάτι τῆς ψυχῆς του. Ἡ Ε. δέχεται μόνον, ὅτι οἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου πηγάζουν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλό του, ὁ ὁποῖος, λέγουν, ὅτι εἶναι ἡ ἕδρα ὄχι μόνο τῶν σκέψεων, ἀλλὰ καὶ τῶν συναισθημάτων καὶ τοῦ αὐτεξουσίου (τὸ ὁποῖο κατ' αὐτοὺς εἶναι ἀνελεύθερο ὡς ἐπηρεαζόμενο ἀπὸ τὴν κληρονομικότητα, τὸ DNA, καὶ ὡς ἀποτέλεσμα χημικῶν διεργασιῶν). Ἡ Ε. δέχεται, ἔτσι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ λίγο-πολὺ νομοτελειακά, ὅπως τὰ ζῶα, ἡ δὲ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ποὺ   ἔχει εἶναι προϊὸν τοῦ ἐξελιγμένου ἐγκεφάλου του, ὁ ὁποῖος τοῦ παρέχει καὶ μία πιὸ ἐξελιγμένη λογική. Ὅμως, εἰς τὴν πραγματικότητα, ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ζῶα εἶναι τεράστια, ὅπως ἀνεφέρθη παραπάνω. Καὶ, αὐτή, γιὰ μᾶς, εἶναι μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις ὅτι δὲν προερχόμεθα ἀπὸ τὰ ζῶα.

Ἀποτέλεσμα, τώρα, αὐτῆς τῆς ὡς ἄνω θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Ε. εἶναι νὰ καταβάλλεται σήμερα προσπάθεια ἀπὸ τὴν Ε. νὰ χαρτογραφηθῆ ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος γιὰ νὰ ἀνιχνευθοῦν καὶ ἐντοπισθοῦν τὰ κέντρα τοῦ αὐτεξουσίου, τῶν συναισθημάτων, τῆς μνήμης, τῶν σκέψεων, τοῦ λόγου, κλπ., τὰ ὁποῖα, βέβαια, δὲν πρόκειται νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ἁπλούστατα διότι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ἀλλὰ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπόδειξις τούτου, εἶναι τὸ ὅτι, μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του διατηρεῖ τὰ πάντα, ὅλα ὅσα εἶχε ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ θανάτου του. Μετὰ θάνατον, ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ καὶ τὴν προσωπικότητά του, καὶ τὴν μνήμη του, πλήρως, καὶ τὰ συναισθήματά του. Αὐτὸ τὸ γνωρίζομε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μαρτυρία τῆς ψυχῆς, μετὰ θάνατον, κατὰ τὴν κοινὴ μαρτυρία ὅλων ὅσων ἐνεφανίσθησαν μετὰ θάνατον εἰς τοὺς ζῶντες καὶ ἀπεκάλυψαν τὴν κατάστασιν τῆς ψυχῆς των πέραν τοῦ τάφου. Πῶς ἐμφανίζονται εἰς τοὺς ζῶντες ἀνθρώπους οἱ κεκοιμημένοι Ἅγιοι καὶ διαλέγονται μαζί τους; Ποιὸς ὁμιλεῖ, ἀφοῦ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου εἶναι εἰς τὸν τάφον; Ἀσφαλῶς, ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Ἀλλά, τὸ γνωρίζομε καὶ ἀπὸ μαρτυρίες ζώντων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, εἶχαν ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς τους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ βγῆκαν πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, ποὺ πέθαναν δηλ. γιὰ λίγο, καὶ εἶδαν τὸ σῶμα τους νεκρό, ὅπως τὸ ἔβλεπαν καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω τους. Καὶ, μετὰ ἀπὸ λίγο, ἐπανῆλθαν εἰς τὸ σῶμα τους, τὸ ὁποῖο ἔκειτο νεκρό, καὶ συνέχισαν νὰ ζοῦν. Πῶς ἀνεστήθη τὸ σῶμα τους καὶ ζωοποιήθηκε, ἀφου πρὶν λίγο ἔκειτο νεκρό; Ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ζωοποιὸ δύναμι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πῆρε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἰσέλθη πάλιν εἰς τὸ σῶμα. Καὶ, ὅταν ἡ ψυχή τους εἶχε χωρισθῆ ἀπὸ τὸ σῶμα τους, μὲ ποιὸ ὄργανο ἔβλεπαν τὸ σῶμα τους; Ἀσφαλῶς μὲ τὸν νοῦν, τὴν ψυχή τους.

Εἰς τὴν Παράδοσι τῆς Έκκλησίας ἔχουν καταγραφῆ μαρτυρίες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι 'εἶδαν' τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν καὶ σήμερα, ζῶντες. Καὶ ἐδῶ, πάλι πρόκειται γιὰ ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία, κατὰ τὴν ὁποία ὅμως παίρνει ὁ ἄγγελος τοῦ ἀνθρώπου τὴν ψυχή του, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κοιμᾶται, καὶ τὴν πηγαίνει εἰς τὸν τόπον τοῦ Παραδείσου ἢ τῆς Κολάσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποκτήση ἐμπειρία περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταστάσεων αὐτῶν. Μετά, ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρει εἰς τὸ σῶμα τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, καὶ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξυπνήση, διηγεῖται πράγματα ὄχι τοῦ κόσμου τούτου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δὲν πεθαίνει, ἂν καὶ βγῆκε ἡ ψυχή του, ἀλλὰ συντηρεῖται εἰς τὴν ζωὴν, ὡς εἰς κῶμα, ἀπὸ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ Ε., λοιπόν, ἐφ' ὅσον δὲν δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ζεῖ σὰν αὐθυπόστατο κτίσμα καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματος, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθῆ σὰν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου κάτι ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ε. νομίζει ὅτι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἐγκέφαλος, ὅπως νομίζει ὅτι καὶ ἡ πηγὴ τῶν συναισθημάτων ε ἶναι ὁ ἐγκέφαλος. Ἐμεῖς, λέμε, ὅτι ἡ πηγὴ τ ῶν σκέψεων καὶ τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, καί, συγκεκριμένα, τὸ κέντρο τῆς ψυχῆς του, ὁ νοῦς, καὶ ὄχι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν Ο. Α. τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς. Γιὰ τὴν Ε. αὐτὸ τὸ κέντρο εἶναι ὁ χῶρος τοῦ ἐγκεφάλου. Αὐτὸ διδάσκουν ἡ Ψυχολογία καὶ ἡ Ιατρική. Καὶ ἐδῶ εὑρίσκεται τὸ ἄλλο μέγα χάσμα μεταξὺ τῆς Ε. καὶ τῆς Ο. Α.

Ἡ Ε., λοιπόν, μιλᾶ γιὰ ψυχή, ἀλλὰ ἐννοεῖ τὴν ψυχικὴ ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ ὁποία, φυσικά, παύει μὲ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτό, καὶ ἡ Ε. δὲν δέχεται ὕπαρξι ψυχῆς, ὡς αὐθυποστάτου ὀντότητος, μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου παύει νὰ ὑπάρχη μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἡ Ε. δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύση, μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε πρὶν τὸν βιολογικό του θάνατο, εἴτε μετά. Εἶναι ἔτσι καταδικασμένη νὰ ἔχη ἐσφαλμένη εἰκόνα καὶ ἀντίληψι περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐμεῖς, πιστεύομε, ἐπειδὴ γνωρίζει ἡ Έκκλησία, ὅτι ὁ Θεὸς κτίζει, δημιουργεῖ, τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν μήτρα τῆς μητέρας του, ἀγνώστως καὶ ἀρρήτως, ἐπειδὴ ἐνεργεῖ ἡ ἄκτιστη δύναμις τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο καὶ ζωοποιεῖ. Ὁ βιολογικὸς θάνατος, κατὰ ταὸν ὁποῖο συμβαίνει βίαιος χωρισμὸς ψυχῆς καὶ σώματος, εἶναι μία ἀφύσικη κατάστασις γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γι' αὐτό, καὶ ὁ Θεὸς θὰ ξαναδώση τὸ σῶμα εἰς τοὺς νεκροὺς κατὰ τὴν μέλλουσαν κοινὴν Ανάστασιν τῶν σωμάτων τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου όφείλεται εἰς τὴν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς του. Ἐὰν ἡ ψυχὴ ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, πρᾶγμα ποὺ συμβαίνει κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, τότε τὸ σῶμα νεκροῦται, πεθαίνει. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀνέστησε ἄνθρωπο, ἐπανέφερε τὴν ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καὶ τὸ σῶμα ἀνεστήθη. Ἡ Ε. δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύση πῶς γίνεται μία ἀνάστασις ἑνὸς νεκροὺ σώματος, ἀφοῦ δὲν δέχεται ὕπαρξι ψυχῆς εἰς τὸν ἄνθρωπο. Ἀναστάσεις, ὅμως, νεκρῶν σωμάτων εἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς μέσα εἰς τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ζωοποιεῖ καὶ συντηρεῖ ζωντανὸ τὸ σῶμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ ζωοποιεῖται ἀπὸ τὴν Χάρη, τὴν ἐνέργεια, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλ., ζωὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ζωὴ τοῦ σώματος εἶναι ἡ ψυχή. Φεύγει ἡ Χάρις ἀπὸ τὴν ψυχή; Ἀρρωσταίνει ἡ ψυχὴ καὶ νεκρώνεται. Φεύγει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα; Τὸ σῶμα πεθαίνει. Αὐτὰ συμβαίνουν εἰς τὸν ἄνθρωπο.

 

 

 

Δαμασκηνὸς μοναχὸς Ἁγιορείτης


soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
530 μέρες πριν 14.12.2010 22:47:59
Σχόλια: 0     Ετικέτα: εξέλιξη     Ομάδα: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣΕμφανίσεις: 81    
 ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ    Δημοσιεύτηκε από:

ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΡΩΜΑΝΙΑ ΡΟΥΜΕΛΗ

Του π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Εισαγωγή

Το 1951 όταν υπηρετούν δια πρώτην φοράν ως εφημέριος εις μικράν πόλιν της Αμερικής, εκλήθην τηλεφωνικώς να υπάγω εις το σπίτι ασθενούς δια να διαβάσω μίαν ευχήν. Κατά λάθος εκτύπησα την θύραν γειτονικού σπιτιού. Ενεφανίσθη κάποιος ο οποίος με επληροφόρησεν ελληνιστί οτι δεν είναι ο Παπαστεφάνου τον όποιον εζήτουν αλλά ο Παπακώστας. Του είπα ότι χαίρω πολύ δια την γνωριμίαν του και θα χαρώ πολύ να τον ιδώ εις την εκκλησίαν. Μου απήντησεν ότι δεν τον βλέπω εις την εκκλησίαν, διότι είναι κάτοικος Νέας Υόρκης και εκκλησιάζεται εις την εκεί ελληνικήν μητρόπολιν της Αγίας Τριάδος. Κατά την συζήτησίν μας ενεφανίσθη από μέσα ένας άλλος τον οποίον μου συνέστησεν ως αδελφόν του. Αλλά εγνώριζον τον αδελφόν του ως αρχηγόν των Αλβανών της πόλεως και ηρώτησα:

«Πώς είναι δυνατόν συ να είσαι Έλληνας και ο αδελφός σου Αλβανός;» Μου είπε: «Τέτοια έχομεν εις την Αλβανίαν».

Τότε, ως νεαρός και ανατραφείς εις την αλλοδαπήν, δεν ηδυνήθην να καταλάβω το φαινόμενον τούτο.

Ούτε όμως ήσαν εις θέσιν τα αδέλφια αυτά να εξηγήσουν το εθνικόν των πρόβλημα. Απλώς ήσαν δίγλωσσοι με ρωμαίικον όνομα. Αφού επεκράτησεν ως γνωμών της εθνικότητος των η γλώσσα, δεν εγνώριζον σαφώς εάν πρέπη να είναι εθνικώς Ελληνες ή Αλβανοί.

 

Το πρόβλημα όμως των δυο αδελφών τούτων δεν προέκυψεν αφ' εαυτού εις την Αλβανίαν, αλλ' εκαλλιεργήθη υπό των Ρώσων και των Ευρωπαίων από της εποχής των Φράγκων και δυστυχώς με την συνεργασίαν των εν Ελλάδι Νεοελλήνων.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

 

ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ

 

1) Τα εθνικά ονόματα.

 

Το εθνικόν πρόβλημα της Αλβανίας, Ρουμανίας και Ελλάδος, ως και της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Λιβάνου είναι κατασκεύασμα τεχνητόν των παλαιών εχθρών της Ρωμαιοσύνης, τη αφελεί συμπράξει των Νεοελλήνων.

 

Πάντως, δια να τοποθέτηση κανείς το εν λόγω εθνικόν πρόβλημα των δυο Αρβανιτών αδελφών, πρέπει να ανατρέξη εις την ιστορικήν πραγματικότητα, ως διασώζεται εις τα συγγράμματα και εις τας παραδόσεις των προγόνων ημών και όχι εις τα σχολικά μας εγχειρίδια, τα οποία εγράφησαν υπό την έμπνευσιν της ευρωπαϊκής και ρωσικής αντιλήψεως περί της Ιστορίας του αρχαίου Ελληνισμού και της μεσαιωνικής_Ρωμαιοσύνης ή του σήμερον λεγομένου βυζαντινού πολιτισμού.

 

Πρώτον πρέπει να έχωμεν υπ' όψιν ότι ιστορικώς ουδέποτε διακρίνεται η λεγομένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από την Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν. Οι πρόγονοί μας εγνώριζον μόνον οτι ήσαν πολίται του κράτους με το όνομα Ρωμανία1[1] και ότι το κράτος αυτό εις τα χρόνια του μεγαλυτέρου ηγέτου της Ρωμαιοσύνης, του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εξετείνετο εις ολόκληρον τον μεσόγειον χώρον, που σήμερον καλύπτει την Αγγλίαν, Πορτογαλίαν, Ισπανίαν, Γαλλίαν, Ελβετίαν, Ιταλίαν, Αυστρίαν, τα Βαλκάνια, όλην την βόρειον Αφρικήν, τον Λίβανον, την Συρίαν, την Τουρκίαν, και τας ρωσικάς παραλίας του Ευξείνου Πόντου.

 

Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μέγας Αθανάσιος, ο κατ' εξοχήν πατήρ της υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκληθείσης Α' Οικουμενικής Συνόδου (325), γράφει περί της Ρώμης ως μητροπόλεως της Ρωμανίας εις μίαν επίθεσίν του κατά των αιρετικών Αρειανών, οι όποιοι εραδιούργησαν την εκθρόνισιν του πάπα της Ρώμης Λιβερίου (352-366). «Ουδέ Λιβερίου του επισκόπου Ρώμης κατά την 4 αρχήν εφείσαντο, αλλά και μέχρι των εκεί την μανίαν εξέτειναν και ουχ ότι αποστολικός εστί θρόνος ηδέσθησαν, ούδ' ότι μητρόπολις η Ρώμη της Ρωμανίας εστίν ηυλαβήθησαν»2[2].

 

Η επιστημονική διάσπασις της ενιαίας ταύτης ιστορικής Ρωμανίας εις ρωμαϊκήν και βυζαντινήν αυτοκρατορίαν είναι κατασκεύασμα των Φράγκων κατακτητών της δυτικής εν Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία και Αυστρία Ρωμαιοσύνης. Οι Φράγκοι πρώτοι απεκάλεσαν τους Ρωμαίους της Ανατολής μόνον Γραικούς, ακολουθούντες παλαιότερον παράδειγμα των Γότθων3[3].

 

Εις τον εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέα των Ρωμαίων απέδωσαν οι Φράγκοι τον τίτλον «βασιλεύς των Γραικών» 4[4], και συγχρόνως ωνόμασαν τον Τευτονοφράγκον ηγεμόνα της Γερμανίας «βασιλέα των Ρωμαίων» 5[5], δια να αποσπάσουν την αφοσίωσιν των εν τη Δύσει κατακτηθέντων και υποδούλων Ρωμαίων από την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην και στρέψουν τα εθνικά αισθήματα των υποδούλων τούτων δυτικών Ρωμαίων προς τον εν Γερμανία ψευδώς καλούμενον «βασιλέα των Ρωμαίων». Συγχρόνως κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους ονομασθέντας αποκλειστικώς πλέον «Γραικούς» ανατολικούς Ρωμαίους 6[6] και ούτως έθεσαν τα θεμέλια του μεσαιωνικού μίσους της εν τη Δύσει αφομοιωθείσης υπό της Φραγκιάς Ρωμαιοσύνης προς την ανατολικήν Ρωμαιοσύνην, το οποίον έκορυφώθη με την υπό των Φράγκων άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και την επέκτασιν της Φραγκοκρατίας εις την Ανατολήν. Η Φραγκοκρατία δια την Ρωμαιοσύνην δεν ήρχισε με την εμφάνισιν των Φράγκων εις την Ανατολήν.

 

Φραγκοκρατία αρχίζει με την υπό των Φράγκων κατάκτησιν των αναφερθεισών δυτικών επαρχιών της Ρωμανίας.

Ούτως επεσπεύσθη η αφομοίωσις της εν τη Δύσει Ρωμαιοσύνης, η οποία με την πάροδον του χρόνου έμαθεν ότι εις την Ανατολήν, περί την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, υπάρχουν όχι Ρωμαίοι αλλά «αιρετικοί Γραικοί» με «Γραικόν βασιλέα». Από τα μέσα του θ' αιώνος καθιερώθη μεταξύ των Φράγκων θεολόγων η παράδοσις να γράφουν έργα τιτλοφορούμενα «Κατά των πλανών των Γραικών»7[7].

 

Εν αντιθέσει προς τους Φράγκους κατακτητάς της δυτικής Ρωμαιοσύνης οι Άραβες και Τούρκοι κατακτηταί της ανατολικής Ρωμαιοσύνης απεκάλουν πάντοτε με σεβασμόν τους πολίτας της Ρωμανίας Ρούμ, δηλαδή Ρωμαίους ή Ρωμηούς. Δια τον λόγον αυτόν οι πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ονομάζονται μέχρι σήμερον τουρκιστί και αραβιστί Ρούμ Πατρίκ, δηλαδή πατριάρχαι των Ρωμαίων. Οι δε Ορθόδοξοι ομογενείς εις την Κωνσταντινούπολιν λέγονται ελληνιστί Ρωμαίοι ή Ρωμηοί και τουρκιστί Ρούμ. Εις τα άλλα πρεσβυγενή πατριαρχεία ονομάζονται αραβιστί Ρούμ. Εις το Κοράνιον του Μωάμεθ υπάρχει ολόκληρον κεφάλαιον (30), όπου ο ιδρυτής του Ισλάμ γράφει περί της προσωρινής πτώσεως των Ρωμαίων εις τους Πέρσας εις Μέσην Ανατολήν και προφητεύει τον τελικον θρίαμβον αυτών, όπως και πράγματι έγινεν υπό τον Ηράκλειον μετ' ολίγα έτη8[8].

 

Είναι σαφές από το εν λόγω κεφάλαιον ότι ο Μωάμεθ είχε την εποχήν αυτήν την εντύπωσιν ότι εκήρυττε την ιδίαν πίστιν με τους Ρωμαίους της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.

Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι εις τας συροφώνους πηγάς ως και εις τας αιθιοπικάς του Μεσαίωνος, οι σήμερον κακώς λεγόμενοι Βυζαντινοί ελέγοντο πάντοτε Ρωμαίοι. Μάλιστα οι μετά το 1821 υπό των Νεοελλήνων ονομασθέντες «Έλληνες» Πατέρες λέγονται πάντοτε Ρωμαίοι Πατέρες, ακριβώς όπως

συνέβαινεν εις ημάς προ του 1821 9[9].

Εις την Μέσην Ανατολήν οι σήμερον εν Ελλάδι λεγόμενοι Ρωμαιοκαθολικοί λέγονται Λατίνοι και Φράγκοι ως συνέβαινεν ακριβώς εν Ελλάδι και Μικρά Ασία κατά την τουρκοκρατίαν, ως και κατά τα χρόνια της ελευθέρας Ρωμανίας. Ιστορικώς κατά τον μεσαίωνα Ρωμαίοι και Καθολικοί είναι μόνον οι υπαγόμενοι εις τα ρωμαϊκά πατριαρχεία Ορθόδοξοι με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν. Οι Ευρωπαίοι κατακτηταί της δυτικής Ρωμαιοσύνης δεν είναι Ρωμαίοι. Είναι Φράγκοι, Λογγοβάρδοι, Βουργουνδοί, Σάξωνες, Νορμανδοί και Γότθοι, οίτινες αφωμοίωσαν συν τω χρόνω τους κατακτηθέντας Ρωμαίους μεταβάλλοντες αυτούς εις τους δουλοπάροικους του ευρωπαϊκού Φεουδαλισμού 10[10].

 

Λέγονται οι Ευρωπαίοι του μεσαίωνος Λατίνοι διότι υιοθέτησαν ως επίσημον γλώσσαν των την λατινικήν. Ρωμαίοι είναι μόνον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι ηνωμένοι με την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, με επίσημον γλώσσαν την ελληνικήν. Κατά την τουρκοκρατίαν οι Φράγκοι λέγονται υπό των ημετέρων όχι Καθολικοί αλλά Κατόλικοι 11[11].

 

Η διάκρισις αύτη μεταξύ Λατίνων και Ρωμαίων φαίνεται σαφώς από το εξής ερώτημα, το οποίον υπεβλήθη εις τον επίσκοπον Ιωάννην του Κίτρους της Μακεδονίας κατά τα τέλη του ιβ' αιώνος, «θάπτονται ορθόδοξοι Ρωμαίοι εν λατινικαίς εκκλησίαις βαλλόμενοι παρά τε Ρωμαίων και Λατίνων εν ταυτώ και Λατίνοι δε αποθνήσκοντες, ωσαύτως ψάλλονται ομού παρά Ρωμαίων και Λατίνων αδιακρίτως. Επιτίμιόν εστιν, ή ού;» 12[12].

 

Κατά τον ίδιον αιώνα, τον ιβ', ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών περί μικτού γάμου μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων γράφει τα εξής· «και σημείωσαι, ότι κατά τον παρόντα κανόνα, ως έοικεν, αναγκάζει το μέρος της εκκλησίας τους Λατίνους εξόμνυσθαι, θέλοντας γυναίκας λαβείν εκ της Ρωμανίας» 13[13].

 

Πρέπει να τονισθή ότι ιστορικώς και ως φαίνεται σαφώς από την ρωμαϊκήν νομοθεσίαν ουδέποτε εταυτίζοντο οι Ρωμαίοι με τους αρχαίους Λατίνους ή Ιταλούς, και όταν ακόμη η Πρεσβυτέρα Ρώμη ήτο η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, θα επανέλθωμεν εις το θέμα αυτό.  Η τουρκική απόδοσις του μεσαιωνικού κρατικού ονόματος Ρωμανία, το πραγματικόν όνομα του επιβλαβώς δια τα εθνικά συμφέροντα σήμερον λεγομένου βυζαντινού κράτους, είναι το όνομα Ρούμελη14[14].

 

Τα ιστορικά δικαιώματα της Ρωμαιοσύνης φαίνονται σαφώς από την χρήσιν του ονόματος τούτου υπό των Τούρκων. Προ της αλώσεως οι Τούρκοι ωνόμαζον Ρούμελην όλας τας ελευθέρας εκτάσεις της Μικράς Ασίας και Ευρώπης, αι οποίαι διοικούντο υπό του εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλέως των Ρωμαίων. Αλλά και μέχρι των αρχών του αιώνος τούτου οι Τούρκοι ωνόμαζον Ρούμελην ολόκληρον την Θράκην, ολόκληρον την Μακεδονίαν και ολόκληρον την Ήπειρον και γενικώς όλας τας εκτάσεις από του Βελιγραδίου μέχρι της Πελοποννήσου. Δηλαδή Ρούμελη ήτο το ευρωπαϊκόν μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Καθ' όλον το διάστημα τούτο οι Τούρκοι διετήρησαν και το όνομα Κωνσταντινούπολις. Παραδόξως, ενώ οι Τούρκοι διετήρησαν το γεωγραφικόν όνομα της αυτοκρατορίας μας, δηλαδή Ρούμελη, οι Νεοέλληνες το κατήργησαν και το αντικατέστησαν με το όνομα Ελλάς, δηλαδή με το όνομα μιας μικρας επαρχίας της μεγάλης Ρούμελης ή Ρωμανία.

 

Πάντως οι Σλαΰοι υπό την ηγεσίαν του ρωσικού Πανσλαυισμού έκαμον μέγαν αγώνα να σταματήσουν την χρήσιν του ονόματος Ρούμ ή Ρωμαίος μεταξύ των κατοίκων των εν λόγω επαρχιών, δια να αποδείξουν ότι το τουρκικόν όνομα Ρούμελη, το οποίον σημαίνει η χώρα των Ρωμαίων, δεν αντιστοιχεί προς την πραγματικήν σύνθεσιν του πληθυσμού της Θράκης, της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Εξαιρετικήν δραστηριότητα δια τον αφανισμόν του ονόματος Ρούμ ή Ρωμαίος επέδειξαν κυρίως οι Βούλγαροι15[15].

 

Παραδόξως όμως οι εξωτερικοί εχθροί της Ρωμαιοσύνης εύρον εν Ελλάδι ένα αφελή σύμμαχον, το δουλοπρεπές εις την Φραγκιάν νεογραικικόν πνεύμα. Τούτο ατυχώς εκυριάρχησεν από το 1821· εμφορούμενον δε από την τότε ευρωπαιοφραγκικήν και ρωσικήν παρερμηνείαν, προκατάληψη και περιφρόνησιν δια την μεσαιωνικήν Ρωμαιοσύνην και από αφοσίωσιν εις την ευρωπαϊκήν περί αρχαίων Ελλήνων αντίληψιν και δημιουργούν εις τους Ρωμηούς φανατισμον ενός τευτονικού τύπου ρατσισμού, με την σκέψιν ότι είναι απόγονοι μόνον των αρχαίων Ελλήνων, εκήρυττεν εις τους ελλαδικούς Ρωμηούς ότι δεν πρέπει να λέγωνται εις τα εξής Έλληνες και Ρωμαίοι, αλλά μόνον Έλληνες και Γραικοί 16[16].

 

Το αποτέλεσμα της γραμμής αυτής ήτο η διάσπασις της Ρωμαιοσύνης, η αφομοίωσις των εκτός Ελλάδος Ρωμαίων υπό του επικρατήσαντος πολιτικού και εθνικού περιβάλλοντος και ο αφανισμός της ρωμαίικης γλώσσης από την Αίγυπτον, τα Ιεροσόλυμα, τον Λίβανον, την Συρίαν, την Τουρκίαν, την Ρωσίαν, την Ρουμανίαν, την Βουλγαρίαν, την Σερβίαν και την Αλβανίαν, αφού οι Ρούμ ή Ρωμαίοι, ή Ρωμάνοι των περιοχών αυτών ολίγον κατ’ ολίγον συνήθισαν εις την ιδέαν ότι εν Ελλάδι υπάρχουν μόνον Γραικοί και όχι ομοεθνείς των Ρωμηοί, οίτινες ομιλούν γραικικά, και όχι ρωμαίικα.17[17].

 

Η ολοκλήρωσις της καταστροφής της εκτός της Ελλάδος Ρωμαιοσύνης επήλθε με την επικράτησιν του φραγκικής προελεύσεως ονόματος βυζαντινόν δια κάθε τι το ρωμαίικον18[18].

 

Οι εναπομείναντες Ρούμ και Ρωμάνοι ή Ρουμάνοι εις Μέσην Ανατολήν, Ρουμανίαν και Αλβανίαν δεν γνωρίζουν πλέον, ότι οι κακώς σήμερον λεγόμενοι Βυζαντινοί είναι το ίδιο πράγμα με τον εαυτόν των, δηλαδή ότι οι σήμερον λεγόμενοι Βυζαντινοί είναι ελληνιστί μεν Ρωμαίοι ή Ρωμηοί, λατινιστί δε Ρωμάνοι και αραβιστί και τουρκιστί Ρούμ με κυρίαν και επίσημον γλώσσαν τα Ρωμαίικα.

 

Ούτω το 1821 εσήμανε την αρχήν του τέλους του έργου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπερ και εισήλθε πλέον εις την φάσιν του ολοκληρωτικού σχεδόν αφανισμού του. Το νεογραικικόν πνεύμα, χωρίς ίσως να το καταλάβουν οι κατασκευασταί του, κατώρθωσε να καταφέρη κατά της Ρωμαιοσύνης και της επισήμου γλώσσης αυτής τα καίρια εκείνα πλήγματα, τα οποία η Φραγκιά και η Τουρκιά ούτε καν εφαντάσθησαν ότι είναι ποτέ δυνατόν να επιτευχθούν και μάλιστα τόσον ραγδαίως, εντός 150 μόνον ετών!

 

Η ρωμαίικη μούσα αναφερομένη εις την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης με πόνον τραγουδάει· «Οι Τουρκ'... εκούρσευαν τήμ Πόλ' τη Ρωμανίαν»18α, δηλαδή επήραν την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην. Οι γνήσιοι Έλληνες συγκλονίζονται κυριολεκτικώς από συγκίνησιν, όταν λέγουν ότι είναι Ρωμηοί, διότι Ρωμαίος σημαίνει πολίτης της Νέας Ρώμης, δηλαδή της Ρωμανίας ή της Ρούμελης ή της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως και «αυτοδικαίως Κωνσταντινουπολίτης.

 

Ακριβώς την ιδίαν σημασίαν έχουν ιστορικώς το λατινικόν Ρωμάνος και το αραβοτουρκικόν Ρούμ.  Καθ' όλον τον μεσαίωνα και κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι λατινιστί λεγόμενοι Ρουμάνοι και οι τουρκιστί και αραβιστι λεγόμενοι Ρούμ είχον πάντοτε μαζί με τους Αρβανίτας Ρωμαίους ελληνόφωνον ηγεσίαν πολιτικήν και εκκλησιαστικήν. Οι Ρουμάνοι, οι Αρβανίται και οι Ρούμ ήσαν ως επί το πλείστον δίγλωσσοι. Εκτός από τα βλάχικα, αρβανίτικα, αράβικα και τούρκικα είχον ως επίσημον γλώσσαν την ρωμαίικην. Τούτο ίσχυε κυρίως κατά την τουρκοκρατίαν και δια τους τότε ολίγους Σέρβους και Βουλγάρους, οι οποίοι είχον αποκτήσει ρωμαίικην συνείδησιν και ως επί το πλείστον διγλωσσίαν.

 

Πρέπει να έχωμεν υπ' όψιν ότι η αυτοκρατορία της Ρωμανίας, δηλαδή της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης, είχεν από της ιδρύσεως της δύο επισήμους γλώσσας, την λατινικήν καί την ελληνικήν. Είναι μεγάλης σημασίας το γεγονός ότι το ίδιον όνομα με ένα ιώτα, το «ρωμαϊκά», σημαίνει λατινικά και με δύο ιώτα, το «ρωμαίικα», σημαίνει ελληνικά, δηλούν ούτω τας δυο γλώσσας των Ρωμαίων19[19]. Πριν ακόμη μεταφερθή η πόλις της Ρώμης υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, είχεν ήδη υποχωρήσει η ρωμαϊκή και επεκράτησεν ως πρώτη γλώσσα η ελληνική, όπως θά ίδωμεν. Συν τω χρόνω η ρωμαίικη επεκράτησεν ως η μόνη επίσημος γλώσσα της Ρωμανίας.

 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξέλιπον εν τη Ρωμανία οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι. Όχι μόνον δεν εξέλιπον, αλλά φαίνεται ότι κατά τους πρώτους αιώνας της υποδουλώσεως της εν τη Δύσει Ρωμαιοσύνης υπό των γερμανικών φυλών κατέφευγον πολλοί λατινόφωνοι Ρωμαίοι, δηλαδή οι ρωμαϊστί λεγόμενοι Ρωμάνοι, εις την ελευθέραν ανατολικήν Ρωμανίαν. Σημειωτέον ότι εις την βλαχικήν γλώσσαν των λατινοφώνων Ρωμαίων τούτων διασώζεται η λατινική γραμματική20[20] και έχει ως εκ τούτου το δικαίωμα να λέγεται νεολατινική ή νεορρωμαϊκή, ενώ τα ιταλικά, γαλλικά και ισπανικά, αν και λατινογενείς γλώσσαι, δεν είναι λατινικά, διότι δεν διασώζουν την λατινικήν γραμματικήν, αφού εις αυτά επεκράτησε το γερμανικόν στοιχείον των κατακτητών. Τα αρβανίτικα είναι κατά τα 50% ρωμαϊκά και νεορρωμαϊκά, 25% - 30% ρωμαίικα (ελληνικά), και τα υπόλοιπα σλαυικά και τούρκικα.

 

Η γλώσσα των Αρβανιτών δεικνύει ότι οι Αρβανίται ως επί το πλείστον είναι απόγονοι λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων21[21]. Την μεγαλυτέραν συγγένειαν εκ των λατινογενών γλωσσών με τα βλάχικα την έχουν, ως φαίνεται τα πορτογαλικά.

 

Πάντως εκείνο πού μας ενδιαφέρει είναι ότι η επίσημος γλώσσα των Αρβανιτών και των Ρουμάνων καθ' όλον τον μεσαίωνα και την τουρκοκρατίαν ήτο η ρωμαίικη, διότι απλούστατα η ελληνική γλώσσα από του ζ' αιώνος έγινεν η μόνη επίσημος γλώσσα της Ρωμανίας, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι ανεπτύχθη άρνησις δια την δευτέραν ιστορικήν γλώσσαν της Ρωμαιοσύνης.

 

Οι Ρουμάνοι γνωρίζουν σήμερον ότι είναι Ρωμαίοι, και ότι το κρατικόν των όνομα κατά την παράδοσίν των είναι Ρωμανία, αλλά δεν γνωρίζουν ότι η λεγομένη βυζαντινή αυτοκρατορία είναι ακριβώς το ίδιον πράγμα με το κρατικόν των όνομα, το οποίον διετήρησαν εις την εθνικήν των μνήμην. Επίσης δεν

γνωρίζουν ότι οι υπό των Ευρωπαίων και Σλαύων λεγόμενοι Γραικοί είναι και αυτοί Ρωμαίοι και ότι τα ελληνικά λέγονται και ρωμαίικα22[22].

 

Ούτως επανερχόμενα εις τα δύο αδέλφια από την Αλβανίαν, με τα οποία ήρχισα το κεφάλαιον τούτο. Πώς συμβαίνει δυο Αρδανίται αδελφοί με ελληνικόν όνομα να λέγεται ο ένας Αλβανός και ο άλλος Έλλην; Η απάντησις φαίνεται απλή. Εάν τα παλαιά χρόνια ερωτούσε κανείς ένα χριστιανόν Αρβανίτην

ή Βλάχον, πού ήξευρε μόνον αρβανίτικα ή βλάχικα, τι είναι, θα απεκρίνετο αμέσως: Ρωμαίος. Ακριβώς ούτω θα απεκρίνετο και ο δίγλωσσος Αρβανίτης ή Βλάχος πού εγνώριζε και τα ρωμαίικα.

 

Αλλ' όμως επαύσαμεν να ερωτώμεν εάν είναι Ρωμαίος ή Ρωμηός και ηρχίσαμεν από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους να ερωτώμεν εάν είναι Έλλην, όνομα το οποίον οι εκτός του ελλαδικού θέματος Ρωμαίοι ή Ρωμηοί σχεδόν ουδέποτε εχρησιμοποιούσαν. Όταν δε εξησθένησεν η παράδοσις να λέγεται ρωμαίικη η επίσημος γλώσσα των Ρωμαίων και αντ' αυτού επεκράτησε να λέγεται γραικική ή ελληνική μόνον, τότε και μόνον τότε οι Αρβανίται, Βλάχοι και οι αραβόφωνοι Ρωμαίοι έπαυσαν να συγκινούνται

εθνικώς με την επίσημον γλώσσαν των Ρωμαίων προγόνων των και επεδόθησαν, υπό την κηδεμονίαν των Ευρωπαίων και Ρώσων, εις το να στραφούν εναντίον της ρωμαίικης γλώσσης και υπέρ της τοπικής των διαλέκτου μόνον.

 

Τούτο μάλιστα επετεύχθη με την ρωσικήν και ευρωπαϊκήν προπαγάνδαν, καθ' ήν οι λεγόμενοι Βυζαντινοί ή Γραικοί κατεδυνάστευον τους Ρουμάνους, τους Αρβανίτας, και τους αραβόφωνους Ρούμ και ευρίσκοντο ανάμεσα των ως αποικιοκράται23[23].

Την στιγμήν αυτήν κινδυνεύει από την προπαγάνδαν αυτήν το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων με τα τόσα προσκυνήματα του, τα οποία ευρίσκονται από της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου εις την κατοχήν της Ρωμαιοσύνης. Εις την πραγματικότητα επρόκειτο πάντοτε περί μιας ενιαίας και ηνωμένης Ρωμαιοσύνης, με επίσημον γλώσσαν ενότητος τα ρωμαίικα. Ήτο πάντοτε φυσικόν η ηγεσία Ρωμαίων επί Ρωμαίων να εξασκήται μέσω της επισήμου ρωμαίικης γλώσσης. Ουδόλως επρόκειτο περί καταδυναστεύσεως Γραικών η Ελλήνων επί Ρωμαίων, δηλαδή επί Αρβανιτών, Ρουμάνων, και Ρούμ.

 

Αδίστακτοι τίνες ψευδοεπιστήμονες προπαγανδισταί ξένοι δεν εντρέπονται να ισχυρίζωνται ακόμη ότι η Ελλάς και οι Έλληνες ήσαν υπόδουλοι εις τους Βυζαντινούς και ότι η αρχή της απελευθερώσεως των Ελλήνων υπήρξεν η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως εις τους Τούρκους24[24]. Τα τοιαύτα ηκούσθησαν εν Ελλάδι από ξένον ραδιοφωνικόν σταθμόν προ δύο ετών εις ελληνικήν εκπομπήν όχι από το ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ άλλα από «φίλην» χώραν του ΝΑΤΟ.

 

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
596 μέρες πριν 10.10.2010 01:11:23
Σχόλια: 0     Ομάδα: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΕμφανίσεις: 177    
 Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ    Δημοσιεύτηκε από:

 του Ιωάννου Κορναράκη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σε μια χρονική περίοδο, όπως αυτή που διερχόμεθα σήμερα, κατά την οποία οι αξίες γενικά της ζωής συνεχώς υποβαθμίζονται και, γιατί όχι, εκμηδενίζονται, η θεολογική αυτοσυνειδησία δείχνει και αυτή, όχι σπάνια, τα δικά της γνωρίσματα μιας βαθειάς κρίσεως, με κύριο προσανατολισμό την αποξένωσή της από τις παραδοσιακές και αγιοπνευματικές της αφετηρίες!

Αναμφιβόλως η κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας, υπήρξε πάντοτε, και εξακολουθεί να είναι και σήμερα, η σκιά της Εκκλησίας και της θεολογίας της. Το γεγονός ότι κυρίαρχο στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου δια του Ιησού Χριστού είναι η πίστη, στο πρόσωπό του αλλά και στην υπαρξιακή λυτρωτική δυναμική του ευαγγελικού λόγου, προβάλλει ήδη ενωρίς, κατά την ιστορική πορεία της Εκκλησίας, μέσα στη ζωή του κόσμου, την προτεραιότητα της πίστεως αυτής έναντι της ανθρωπίνης λογικής και συγχρόνως προμηνύει τον προκλητικό χαρακτήρα της προτεραιότητος αυτής για τις κυριαρχικές απαιτήσεις της εγκόσμιας λογικής. Σε πολλές περιπτώσεις ο θεολογικός νους για ποικίλους λόγους διολισθαίνει στην επιλογή της δυναμικής της εγκόσμιας αυτής λογικής, ως του κυρίου εργαλείου της κατανοήσεως και ερμηνείας του ευαγγελικού και πατερικού λόγου!

Μία τέτοια επιλογή, συνειδητή ή μη συνειδητή, εκούσια ή ακούσια, αποτελεί ασφαλώς την ουσία και την κύρια αιτία της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας πάντοτε, ιδιαιτέρως όμως σήμερα!

Η εποχή μας μαστιζομένη συνεχώς από ξενόφερτα ρεύματα φιλοσοφικών και γενικά θεωρητικών συστημάτων και ιδεολογημάτων, που αποβλέπουν στην αλλοτρίωση του κόσμου από τις παραδοσιακές του αξίες, προσφέρει σήμερα νέες προκλήσεις και νέες δυνατότητες στο θεολογικό νου, για μια ακραία μάλιστα αποξένωσή του, από τις παραδοσιακές, δηλαδή αγιοπνευματικές αφετηρίες της ζωής της Εκκλησίας και της Θεολογίας της.

Η μεγάλη εν τούτοις πρόκληση για μια τέτοια αλλοτρίωση προέρχεται σήμερα από ένα βασικό μήνυμα της φιλοσοφικής συνισταμένης των θεωρητικών αυτών συστημάτων, της Νέας Εποχής: την απόρριψη και καταπολέμηση του «παλαιού» (παντός παλαιού) για την επικράτηση του «νέου» (παντός νέου), σε όλα τα επίπεδα και τους τρόπους σκέψεως και ζωής του συγχρόνου ανθρώπου. Εξ άλλου την ουσία και το κύριο νόημα του μηνύματος αυτού της Νέας Εποχής εκπροσωπεί σήμερα η φιλοσοφία της μετανεωτερικότητος, η οποία εφαρμοζομένη στο χώρο της Εκκλησίας και της Θεολογίας της, αξιώνει τον διαρκή επαναπροσδιορισμό όλων των δομών της παραδόσεώς της «από των πλέον πρακτικών έως των πλέον θεολογικών της αρχών»!

Έτσι ο αγώνας αυτός της Νέας Εποχής κατά του «παλαιού», εντός του χώρου της ζωής της Εκκλησίας, συνεργεί στην προσπάθεια της απορρίψεως, από θεολογικούς νόες της παραδοσιακής αγιοπνευματικής της παρακαταθήκης, ώστε να διακηρύσσεται σήμερα ότι η πατερική παράδοση της Εκκλησίας εξεπλήρωσε πλέον τον προορισμό της στο «παρελθόν» και δεν έχει επομένως να προσφέρει τίποτε το νέο στον αγώνα του συγχρόνου ανθρώπου, για την αντιμετώπιση των μεγάλων και δυσεπιλύτων προβλημάτων της υπάρξεως.

Η προσπάθεια αυτή της απορρίψεως αλλά και της στρεβλώσεως και μεθοδικής παρερμηνείας της πατερικής παραδόσεως και διδασκαλίας αντικατοπτρίζεται σήμερα και φιλοξενείται σε πολλά κείμενα, όχι μόνο ακαδημαϊκών διδασκάλων αλλά και άλλων θεολόγων μη ακαδημαϊκών, φρονούντων όμως και αυτών τα του αντιπαραδοσιακού πνεύματος των εν λόγω κειμένων. Αυτό δε που πρέπει να επισημάνει κάποιος ιδιαίτερα είναι το παραπλανητικό χαρακτηριστικό, που κυριαρχεί στα κείμενα αυτά. η διγλωσσία, η οποία λειτουργεί ως εργαλείο υποκριτικής πίστεως και δήθεν εμμονής στην παρακαταθήκη της ορθοδόξου διδασκαλίας. Πρόκειται για γνωστή πλέον μέθοδο, που ενεργεί τη διαστρέβλωση πατερικών θέσεων και αποφάσεων ακόμη Οικουμενικών Συνόδων, με τη χρήση πατερικού υλικού, οπότε ο απλός αναγνώστης δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί το ψευδές και παραπλανητικό των στρεβλώσεων και παρερμηνειών του πατερικού αυτού θησαυρού και παρασύρεται, με τον τρόπο αυτό στην αποδοχή ιδεών και εννοιών, που τον αποπροσανατολίζουν από την αγιοπνευματική γνησιότητα της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας!

Στη συνέχεια του παρόντος κειμένου παρατίθενται κάποια ελάχιστα δείγματα στρεβλώσεως και σκοπίμου παρερμηνείας βασικών θέσεων της πατερικής αλλά και της ευαγγελικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, που φιλοξενούν θεολογικά κείμενα, αποδεικτικά μιας βαθειάς πράγματι κρίσεως θεολογικής αυτοσυνειδησίας, προπομπού διαμορφώσεως μιας «νέας» ορθοδοξίας νεοεποχίτικης λογικής, αφυδατωμένης από τον χαρισματικό πλούτο της γνήσιας και θεοφιλούς Ορθοδοξίας.

Έτσι λοιπόν, σήμερα, σύμφωνα με θεμελιώδη καθοριστική αρχή της διαμορφώσεως της διδασκαλίας της νεοποχίτικης ορθοδοξίας. «η αυστηρή (!) λογική δίνει σιγά σιγά τη θέση της σε μια περισσότερο καρδιακή πίστη, μια πίστη που ανέχεται τον πλησίον και δεν εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά στεγανά...». Για το λόγο αυτό. «η επιστημονική θεολογική έρευνα», επεκτείνεται σε όλες τις περιοχές της βιβλικής επιστήμης και τα συμπεράσματά της θεωρούνται επιστημονικώς έγκυρα για όλα τα δόγματα, δεδομένου ότι στο χώρο της επιστήμης αυτής, «σήμερα τα ιδεολογικά όρια τείνουν να εκλείψουν». Εξ άλλου σήμερα. «μια ομολογιακή ορθοδοξία είναι μια νεκρή ορθοδοξία»! Στη θέση αυτή συνεπικουρεί και το γεγονός ότι τα δόγματα, για το σύγχρονο άνθρωπο είναι «γρίφοι» που δεν έχουν τίποτε να του ειπούν. «Το κριτήριο που θα διακρίνει τον χριστιανό από τον μη χριστιανό θα είναι πλέον η αγάπη και όχι τα δόγματα»!

Σήμερα η δυνατότητα που έχουμε. «για τον προσδιορισμό της ταυτότητος της Εκκλησίας», «δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της θεολογικής επιστήμης ... υπήρξε καρπός της ευτυχούς (!) εξέλιξης στον ευρύτερο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, και ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών, και πιο συγκεκριμένα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας». Επομένως, ως προς τον προσδιορισμό της ταυτότητος της Εκκλησίας η επιστημονική γενικώς εξέλιξη αποβαίνει ουσιαστικός παράγοντας αυτού του προσδριορισμού, δεδομένου ότι. «Η ταυτότητα και η αποστολή της Εκκλησίας ... δεν βρίσκονται στο παρελθόν, στην ιστορία, στην παράδοση είτε των αποστόλων είτε των πατέρων, αλλά στο μέλλον...»!

 

Το «παρελθόν» της Εκκλησίας ως καταλυτικός στόχος της νεοεποχίτικης θεολογίας, πλήττεται με ιδιαίτερη έμφαση στη χριστολογική υπόσταση της Εκκλησίας, εφ' όσον «Η Εκκλησία δεν αντλεί τη ύπαρξη και την υπόστασή της από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει- όχι δηλαδή από το παρόν ή από το παρελθόν, από κάποια αυθεντία του παρελθόντος (ακόμη και από το γεγονός Χριστός - !!! ), ή από αυτό που της δόθηκε ως θεσμός, αλλά από το μέλλον, από τα έσχατα»!

Από τη στιγμή που «το γεγονός Χριστός», ως αυθεντία του παρελθόντος, μένει έξω από την υπόσταση και την ταυτότητα της Εκκλησίας, κάθε άλλη δογματική αρχή ή ευαγγελική αλήθεια είναι επίσης εκτεθειμένη στη βασική εκθεμελιωτική των πάντων νεοεποχίτικη αρχή του «διαρκούς επαναπροσδιορισμού» των πάντων, στο χώρο της ζωής της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ότι όλα μπορούν να επαναπροσδιορίζονται, ακόμη και τα μυστήρια! Πάντως- «Η Θεία Ευχαριστία η οποία βέβαια αυτή και μόνον αυτή καθορίζει ... το είναι και την ταυτότητα της Εκκλησίας ... απαιτεί διαρκή επαναπροσδιορισμό... γιατί αλλιώς κινδυνεύει να καταστεί ψευδές είδωλο της πραγματικότητος που εικονίζει»!!

Αλλά το χριστολογικό δόγμα πλήττεται και ακυρώνεται στην καρδιά του λυτρωτικού έργου του Χριστού, στον σταυρικό του θάνατο. «Ο Χριστός είναι "σωτήρ του κόσμου" όχι γιατί θυσιάστηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί "ανέστη εκ των νεκρών"». Επίσης.  «Η Εκκλησία υφίσταται όχι γιατί ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, εξαλείφοντας τις αμαρτίες μας, αλλά γιατί αναστήθηκε εκ των νεκρών»!

Εξ άλλου στο πανόραμα των κακοδοξιών, που εντοπίζονται σε θεολογικά κείμενα της εποχής μας και προσφέρονται με τη μέθοδο της διγλωσσίας και δήθεν με τη σφραγίδα της πατερικής θεολογίας, κακοποιούνται δύο θεολογικοί όροι θεμελιακής σημασίας για τη σωτηρία του χριστιανού ανθρώπου. ο όρος αμαρτία και ο όρος ενοχή!

Η παράβαση της εντολής από τους πρωτοπλάστους δεν ήταν αμαρτία αλλά απλώς αστοχία. «Το κακό νοείται πάντοτε ως αστοχία, μια τέτοια αστοχία ήταν και το προπατορικό αμάρτημα». Έπειτα. «Η πατερική θεολογία είδε το προπατορικό αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμμιά κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για την κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου». Όμως. «Επηρεασμένος ο άνθρωπος κυρίως από το νομικό πνεύμα και τη δικαιική τάξη, στο εκδηλούμενο κακό, θέλει πάντοτε ν' αναζητεί ευθύνη και τιμωρία»!

Έτσι οι όροι αμαρτία και ενοχή ακυρώνονται με μια γενική αναφορά στην πατερική θεολογία. Και η μεν αμαρτία έχει βαπτισθεί στην κολυμβήθρα της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας ως αστοχία και αποφεύγεται στεγανώς η χρήση της με την ευαγγελική της ταυτότητα, ενώ η ενοχή στιγματίζεται πάντοτε μονομερώς ως αποκλειστικό γέννημα νομικισμού!

Η νοηματική στρέβλωση των δύο βασικών αυτών όρων, της χριστιανικής ανθρωπολογίας και σωτηριολογίας, αφήνει μετέωρη, για τη θεολογική σκέψη, την ευθύνη της τραγωδίας της καθημερινότητος, εφ' όσον η νεοεποχίτικη αυτή λογική προσκρούει από μόνη της στο αδιέξοδο αυτής της ευθύνης, υψώνουσα κορώνα (!) υπαρξιακής απελπισίας- «... πάρα πολύ οδύνη και κακό υποφέρουμε χωρίς να φταίμε»!

 

Μια ευρύτατα διαδεδομένη κακοδοξία, που αφορά τη σχέση κτιστού και ακτίστου, φαίνεται να πρυτανεύει σε πολλά θεολογικά πνεύματα. Σύμφωνα με αυτή τη «θεωρία» «Όλα τα δημιουργήματα προήλθαν εκ του μη όντος, δηλαδή εκ του μηδενός, οπότε τείνουν ή προς την τελείωση ή προς το μηδέν». Έτσι όταν το κτιστό δεν ενωθεί με το άκτιστο, μηδενίζεται, επανέρχεται στο μηδέν, στην ανυπαρξία. Αυτή «η καλή αλλοίωση ή η κακή - μηδενιστική αλλοίωση οφείλεται κατά βάση στην τρεπτότητα των όντων. Αυτή καθεαυτή τούτη η τρεπτότητα δεν είναι κακό, επειδή είναι αιτία όχι μόνο της μηδενωτικής αλλοίωσης αλλά και της τελειωτικής».

Προέκταση αυτής της θεωρίας είναι εκείνη η θέση που προβάλλει ως «πατερικό λόγο» το θάνατο της ψυχής! «Η ψυχή κατά τους πατέρες της εκκλησίας μας δεν είναι αθάνατη. Είναι κτιστή... ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι μια μορφή θανάτου της... δίχως το σώμα είναι ελαττωματική, άστεγη, ανάπηρη, σχεδόν παράλογη. Το σώμα είναι η ψυχή της ψυχής και δίχως αυτό είναι ένα είδος πνεύματος, α ghost...»! Η θέση αυτή έχει ήδη αναπτυ­χθεί σε ευρύτερα διαδεδομένη θεωρία, τον «θνητοψυχισμό», ο οποίος διδάσκεται σε γειτονική ορθόδοξη χώρα και προβάλλεται ως επίτευγμα σύγχρονης ελληνικής θεολογικής σκέψεως!

Στη σύγχρονη νεοεποχίτικη θεολογία, η αναφορά στην Αγία Γραφή και στην παράδοση, για την αναζήτηση ερεισμάτων ή μη, στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών οδηγεί «σε ερμηνείες φονταμενταλιστικές»! «Η χειροτονία των γυναικών ... αντιμετωπίζεται από τους ορθοδόξους θετικά (εφ' όσον) μέχρι σήμερα δεν έχουν διατυπωθεί θεολογικά επιχειρήματα που να αποκλείουν την ιερωσύνη των γυναικών». Όμως. «Τα πράγματα χειροτερεύουν, όταν την αδράνεια και την αμηχανία μας προσπαθούμε να τις καλύψουμε καταφεύγοντας στην Γραφή και στην Παράδοση. Τότε εύκολα κατρακυλάμε σε ερμηνείες φονταμενταλιστικές»!

Τέλος το πλέον κραυγαλέο γεγονός, που βεβαιώνει με αναμφισβήτητη πειστικότητα την κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας είναι ασφαλώς η δήθεν «επιστημονική» απόδειξη, με δύο διδακτορικές διατριβές, της ορθοδοξίας (!) δύο αντιχαλκηδονίων αιρετικών, του Διοσκόρου και του Σεβήρου. Με ιστορικά και πατερικά δήθεν κριτήρια, οι δύο αυτοί αιρετικοί, οι οποίοι έχουν καταδικασθεί από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος, αναβαπτίζονται «επιστημονικώς» ορθόδοξοι! Το βάθος εξ άλλου αλλά και το πλάτος της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας εντοπίζεται, στην περίπτωση τούτη, στο γεγονός, ότι η εκπόνηση των δύο αυτών διατριβών, δεν προκάλεσε καμμία, μέχρι σήμερα, αντίδραση από κάποιο αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο (Συνοδική Επιτροπή επί των αιρέσεων) ούτε σχο­λιάσθηκε από κάποιους άλλους ειδικούς, στα δογματικά και ιστορικά θέματα, στον εκκλησιαστικό κυρίως τύπο!

Αλλά η κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας δεν μαρτυρείται και δεν αποκαλύπτεται μόνο σε γραπτά θεολογικά κείμενα. Βεβαιώνεται και εκφράζεται προς τα έξω με συμπεριφορές και τρόπους ζωής απορριπτικούς της αυθεντικής ποιότητος του ορθοδόξου βιώματος. Βασικά στοιχεία ή χαρακτηριστικά του βιώματος τούτου, όπως προσευχή, εκκλησιασμός, νηστεία ακόμη και μελέτη πατερικών κειμένων και άλλα, θεωρούνται ως «ευσεβισμός» και κάθε αναφορά στα στοιχεία αυτά γίνεται με έκδηλη περιφρόνηση!

Η βιωματική αυτή προέκταση της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας, σε συμπεριφορές και τρόπους ζωής που ακυρώνουν το στοιχειώδες ορθόδοξο ήθος, αποτελεί ασφαλώς φυσιολογική έκφραση της κρίσεως αυτής, δεδομένου ότι στρεβλές «ορθόδοξες» ιδέες δεν μπορούν να παράγουν υγιές ορθόδοξο ήθος. Το γεγονός αυτό επικυρώνουν οι καταλυτικές ερωτήσεις Ιακώβου του αδελφοθέου. «Μήτι η πηγή εκ της αυτής οπής βρύει το γλυκύ και το πικρόν; Μη δύναται, αδελφοί μου συκή ελαίας ποιήσαι ή άμπελος σύκα; Ούτως ουδεμία πηγή αλυκόν και γλυκύ ποιήσαι ύδωρ» (Ιακ. 3,11-12). Με το κύρος της κοινής και αδιάψευστης λογικής βεβαιώνεται ο ομόλογος βιωματικός χαρακτήρας φρονήματος και τρόπου ζωής και ανθρωπίνης συμπεριφοράς! Άλλωστε, εν προκειμένω, ισχύει και το αντίθετο, κατά τον κυριακό λόγο «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Ναι. «Όψις (δε) ψυχής τα πάθη συγκρύπτειν ουκ ανέχεται, κατήγορος δε του αδήλου αδέκαστος γίνεται, τω φανερώ συμπτώματι λανθάνουσαν διάθεσιν ελέγχουσα» (Όσ. Νείλος ο Ασκητής, P.G. 79,67).

Και κατά τον Άγ. Μάξιμο τον Ομολογητή, ο Θεός εμφανίζεται σε κάθε άνθρωπο «κατά την υποκειμένην αυτώ περί Θεού δόξαν». Έτσι σ' αυτούς που βιώνουν θεοφιλώς τον ευαγγελικό λόγο «ως μονάς εμφαίνεται και Τριάς, ίνα την οικείαν ύπαρξιν παραδείξειεν, και τον αυτής τρόπον μυστικώς επιδιδάξειεν». Σ' εκείνους όμως που δεν πληρούν τον όρο της ευαγγελικής ζωής, ο Θεός εμφανίζεται όχι όπως είναι («ουχ ως εστί») αλλά όπως αυτοί είναι («ως εισί»). Θεολογούντες επομένως οι τελευταίοι αυτοί παράγουν θεολογία υποκειμενική, διδάσκοντες απλώς τον εαυτό τους! (P.G. 90, 364).

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ»

ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004

ΤΕΥΧΟΣ 35  

 

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
628 μέρες πριν 08.09.2010 15:23:20
Σχόλια: 0     Ετικέτα: αυτοσυνειδησίας, κριση, χριστός, πρόσωπο, αλλοτρίωση, κοσμος     Ομάδα: ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΕμφανίσεις: 186    
 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ    Δημοσιεύτηκε από:

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Υπάρχουν δύο ορισμοί. Και οι δύο απορρέουν από μια μοναδική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια, την υποκειμενικότητα. Και αυτό είναι που τους κάνει ισχυρούς.

Ο ορισμός της Φιλοσοφίας είναι από μόνος του ένα φιλοσοφικό ερώτημα. Οι εκάστοτε φιλόσοφοι, σύμφωνα με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσάπτουν στη φιλοσοφία, δημιουργούν και το ανάλογο φιλοσοφικό ρεύμα. Γενικώς θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς ότι «φιλοσοφική σκέψη είναι η διανοητική διερεύνηση βαθέων ερωτημάτων για την σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και την θέση του σ' αυτόν».

Η φιλοσοφία βέβαια δεν αρκείται στην ανάλυση της πραγματικότητας του εμπειρικού κόσμου, αλλά διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του. Ένας φιλόσοφος δεν αρκείται στο να διατυπώσει πώς έχουν τα πράγματα, αλλά προχωρά και σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι. Εύστοχα ο Bertrand Russell διατυπώνει πως «φιλοσοφία είναι μια δεξαμενή γνώσεων που ακόμα είναι ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση».

Επομένως, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί άλλωστε, η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των επιστημών, ο κορμός της διεπιστημονικής γνώσης, ο άσβεστος πόθος αναζήτησης του ανθρώπου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι σύγχρονες θετικές επιστήμες (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιατρική, Αστρονομία κ.α.) αλλά και μεταγενέστερες θεωρητικές (Ψυχολογία, Κοινωνιολογία κ.α.) ξεπήδησαν από το φιλοσοφικό στοχασμό.

Η Φιλοσοφία διαιρείται σε κλάδους. Ο τομέας της Φιλοσοφίας που διερευνά το αν πρέπει ή όχι ο άνθρωπος να ενεργεί με κάποιους τρόπους ή να υιοθετήσει κάποιους γενικούς κανόνες που να καθορίζουν τις ενέργειες του, ονομάζεται Ηθική. Ο τομέας που ασχολείται εκτεταμένως με την αντίληψη του καλού, του ωραίου και των αντιστρόφων τους ονομάζεται Αισθητική. Ο κλάδος που διερευνά τα όρια, την προέλευση και την ποιότητα της ανθρώπινης γνώσης ονομάζεται Γνωσιολογία. Ο τομέας που ασχολείται με το επέκεινα, με εκείνο που εμπειρία δεν μας αποκαλύπτει, ονομάζεται Μεταφυσική (που δεν πρέπει να συγχέεται με εξωεπιστημονικούς κλάδους όπως η Παραφυσική) και ένας παραπλήσιος με τη Μεταφυσική κλάδος που ασχολείται εξειδικευμένα με το Ον και τις ιδιότητές του ονομάζεται Οντολογία (κλάδος που δεν πρέπει να συγχέεται με τη Θεολογία και τα θρησκευτικά δόγματα). Όλοι οι παραπάνω κλάδοι διαιρούνται σε αρκετές υποενότητες, καλύπτοντας έτσι μια τεράστια θεματική που απλώνεται σε όλο το εύρος του σύγχρονου επιστημονικού κόσμου, είτε πρόκειται για Θετικές, είτε για Θεωρητικές, είτε για Τεχνολογικές επιστήμες.

Παρόλο το εύρος της έννοιας της Φιλοσοφίας, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι πρόκειται για επιστήμη (και μάλιστα τη "μητέρα" επιστήμη). Επομένως η μέθοδος ενός στοχασμού, ώστε αυτός να ονομασθεί φιλοσοφικός, πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και στάδια. Αυτά τα στάδια είναι εκείνα της Παρατηρήσεως, της Υποθέσεως, του Πειράματος, της Απόδειξης και της Επαναλήψεως. Ο φιλοσοφικός στοχασμός απαραίτητα πρέπει να εγκολπώνει την επιστημονική αποδεικτική διαδικασία.

Η λέξη ετυμολογικά είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό <φιλείν> (που σημαίνει αγάπη) και το δεύτερο συνθετικό, τη λέξη <σοφία>.

ΟΡΙΣΜΟΣ:

Φιλοσοφία είναι το μαρτύριο που θα σε βασανίζει κάθε στιγμή, κάθε δέκατο του δευτερολέπτου της ύπαρξής σου. Εκείνο που δεν θα σε αφήνει να ησυχάσεις τα βράδια, εκείνο που θα σε κάνει εχθρό του ανθρώπου. Είναι ένας τρόπος που δεν έχει τρόπους, μια απελευθέρωση που σε αφανίζει. Εκείνο το σουβλερό θραύσμα υαλοπίνακα που θα τρυπώσει στις ανοιχτές πληγές σου μέχρι να στερέψεις από κραυγές. Εκείνο που θα ανεβάζει τους σφυγμούς σου στο ζενίθ, όταν συλλογίζεσαι κάποιο χάραμα το θάνατο, ενώ λαγοκοιμάσαι.

 Και αν σταματήσω να αναπνέω, και αν η καρδιά μου σταματήσει, αν διαβώ το κατώφλι του μηδενός; Τότε τί; Ποτέ πια. Τι πάει να πει ποτέ πια; Μέχρι πότε; Για πάντα τίποτε. Για πάντα μηδέν, οριστικά και αμετάκλητα. Ο καθένας μόνος του. Ο καθένας στο δικό του, προσωπικό κενό. Δένεσαι, συναναστρέφεσαι, ομαδοποιείσαι. Και όλα αυτά για να τονίσουν την δική σου απόλυτη προσωπική μοναξιά. Κανείς δεν σε ακολουθεί. Ο καθένας στην δική του μεγάλη ώρα, στο ασφαλές ραντεβού με το παντοτινό τίποτε. Μελέτη θανάτου. Μελέτη του δικού σου προσωπικού θανάτου. Όλα τα άλλα έχουν λυθεί ή όλα τα άλλα θα λυθούν. Έργο της φιλοσοφίας, λοιπόν, είναι ο θάνατος.

Φιλοσοφία είναι να έχεις μπροστά σου το θάνατο, να έχεις μέσα σου ριζωμένο το θάνατο. Να μάθεις να ζεις από αυτόν. Διαφορετικά δεν ζεις, τοποθετείσαι στον χώρο. Έτσι μόνο σκέφτεσαι και εκφράζεσαι ελεύθερα. Όταν έχεις το θάνατο μπροστά σου, δεν υπάρχουν εμπόδια. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Θα πεις αυτό που θες χωρίς τύπους. Θα σκεφτείς αυτό που θες χωρίς δισταγμό. Μία και μοναδική ευκαιρία έχεις να το κάνεις και θα το κάνεις. Και θα ακουστείς. Και θα σε θαυμάσουν. Θα σε θαυμάσουν τόσο πολύ, που θα σε φθονήσουν, για το γεγονός και μόνο, ότι εσύ βρήκες τον τρόπο να χρησιμοποιήσεις τον θάνατό σου για να φτιάξεις ύπαρξη. Θα είσαι αυθεντικός και πρωτότυπος, δημιουργικός και αδέσμευτος. Γιατί μία ευκαιρία σου δίνεται να παίξεις τον ρόλο σου. Και ξέρεις ότι κανείς δεν χειροκροτά μια μαριονέτα. Κανείς δεν έχει ανάγκη ένα σκιάχτρο, μια διπλωματία, έναν αχυράνθρωπο. Τότε θα είσαι εσύ. Θα έχεις χτίσει το πρόσωπο. Το ιδανικό πρόσωπο.

Θα φτάσεις σε αυτό το ορόσημο, και πάλι θα ξυπνήσεις κάποιο χάραμα από την ιδέα του θανάτου. Και πάλι θα γίνεις μικρός. Και αυτό θα γίνεται συνέχεια. Μόνο που εσύ θα το ξέρεις, θα το καταλαβαίνεις. Θα έχεις βρει ένα κλειδί. Ποιό κλειδί; Μια ιδιότητα. Ότι είσαι πρόσωπο. Ότι δεν μπορείς να αποφύγεις με τίποτα το βασανιστήριο της σκέψης, δεν μπορείς να αποφύγεις να υπάρξεις αληθινά. Η τιμωρία του να σκέπτεσαι και να παράγεις σκέψεις και ιδέες, όχι μόνο για σένα, αλλά και για τους άλλους.

Ο φιλόσοφος καταλαβαίνει ότι είναι στο σωστό δρόμο, όταν συνειδητοποιεί, ότι όσο προχωράει στην σκέψη και την επιστήμη, τόσο περισσότερο αισθάνεται την αδυναμία της γνώσης του. Δεν μαζεύει βιβλία στην βιβλιοθήκη του, μαζεύει "γιατί". Αυτά είναι η περιουσία του. Και  τότε καταλαβαίνει ότι είναι στον σωστό δρόμο. Όταν αντιληφθεί, ότι οι ερωτήσεις είναι σημαντικότερες από τις απαντήσεις. Αυτές είναι το καύσιμο της ύπαρξης. Κάθε απάντηση είναι και ένα μικρό τέλος. Και όταν θα έλθει η μεγάλη ώρα θα είναι έτοιμος να υψωθεί στο υπέρτατο βάθρο,  στην οντολογική αξία ενός ξερού φύλλου, που το παίρνει ο αέρας και το αφανίζει σε κάποιο υδάτινο ρεύμα. Και όλοι οι άλλοι; Την ίδια τύχη θα έχουν, πολύ πιο οδυνηρή, όμως. Θα πεθάνουν χωρίς να καταλάβουν ότι πέθαναν. Όπως έζησαν χωρίς να υπάρξουν.

Χρειάζεται η   φιλοσοφία;

Πριν μερικά χρόνια ο καθηγητής Πελεγρίνης διατύπωσε το ερώτημα: «τι θα γινόταν αν απεργούσαν οι φιλόσοφοι;». Ένα ερώτημα, η απάντηση του οποίου, προκαλούσε αμηχανία και τον έκανε, όπως έλεγε, μελαγχολικό. Είναι γεγονός, όταν απεργούν οι γιατροί, κάποιοι άνθρωποι που χρειάζονταν την φροντίδα τους, ίσως να πεθάνουν ή θα υποφέρουν από τους πόνους ή όταν απεργούν οι εργάτες αποκομιδής απορριμμάτων βουλιάζουμε στα σκουπίδια, που παράγουμε καθημερινά. Αν απεργήσουν οι φιλόσοφοι όμως, τι θα γινόταν; Τίποτα! Δεν θα γινόταν απολύτως τίποτα. Δεν θ' άλλαζε κάτι για να υποδηλώσει την αποχή από το έργο τους. Εδώ κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει την αχρηστία των φιλοσόφων και του έργου τους και η υπόθεση να κλείσει οριστικά. Όμως ας δούμε πως αλλιώς μπορεί να είναι τα πράγματα.

Αν ρωτούσαμε έναν επιμελή μαθητή, που έχει διαβάσει την απολογία του Σωκράτη και τον μύθο του σπηλαίου του Πλάτωνα, για το ρόλο της φιλοσοφίας,  θα παίρναμε πιθανότατα μια απάντηση του τύπου: «φιλοσοφία είναι ο δρόμος για την απόκτηση της «πραγματικής» γνώσης, της «ανακάλυψης» της αλήθειας, του «καλού» και του «κακού», του σωστού και του λάθους και εν τέλει της κατάκτησης της σοφίας». Ο μαθητής θα έδινε έναν ορισμό (αυτόν ή οποιονδήποτε παρόμοιο «σωστό» ορισμό) για τη φιλοσοφία, συνθέτοντας την πρότασή του με «λέξεις» το νόημα των οποίων, θα μπορούσε να ερμηνευτεί διαφορετικά από τον καθένα. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει ασυμβατότητα στον κόσμο των ιδεών των ανθρώπων. Φανταστείτε δυο φίλους που βλέπουν μια ταινία. Ο ένας υποθέτει ότι το νόημα της ταινίας είναι αυτό και ο άλλος καταλήγει με βεβαιότητα σε διαφορετικό συμπέρασμα, ενώ τελικά και οι δυο απέχουν πολύ από το νόημα που ήθελε να δώσει ο σκηνοθέτης. Η γλώσσα μας έχει την ιδιότητα να δίνει νοήματα και έννοιες από τον κόσμο των ιδεών στον κόσμο των γεγονότων και οι άνθρωποι συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε λέξεις που περιγράφουν έννοιες όπως «η αλήθεια», «η πραγματική γνώση» ή «το καλό και το κακό», προσπαθώντας να χαρακτηρίσουμε γεγονότα της εμπειρίας και του κόσμου μας προσδίδοντάς τους νόημα ή αξία. Θεωρούμε ότι οι λέξεις αυτές έχουν το ίδιο νόημα ή την ίδια αξία για όλους τους ανθρώπους, αγνοώντας τα «γλωσσικά παιχνίδια» που ενδεχομένως δημιουργούν παρανοήσεις και μύθους. Μιλώντας, ξεχνάμε ότι διαφορετικά χρησιμοποιείται για παράδειγμα η λέξη «καλός» όταν λέμε «αυτός είναι καλός άνθρωπος», και διαφορετικά όταν λέμε «αυτός είναι καλός ποδοσφαιριστής» ή «καλός στρατιώτης». Η αδυναμία της γλώσσας να αντιστοιχίσει (πλήρως) λέξεις του κόσμου των ιδεών στον κόσμο των γεγονότων, δημιουργεί μύθους και προκαταλήψεις που στη πορεία του χρόνου θεωρούνται αδιαμφισβήτητες πραγματικότητες. Οι «πραγματικότητες» αυτές δημιουργούν κάποια πρίσματα μέσα από τα οποία βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Τα πρίσματα αυτά, οι «παραμορφωτικοί φακοί» μέσα από την «αλήθεια» των οποίων οι άνθρωποι συνηθίζουμε να ρυθμίζουμε τη ζωή μας και τη συμπεριφορά μας, ποικίλουν σε κάθε εποχή ανάλογα με τις κυρίαρχες πεποιθήσεις. Ιστορικά, ο άνθρωπος ήρθε σε επαφή με την «αλήθεια», υπό το πρίσμα της «πραγματικότητας» που του υποδείκνυε άλλοτε η φύση, άλλοτε οι θεοί, άλλοτε η δύναμη της γνώσης, ή η αυθεντία της επιστήμης, η σπουδαιότητα της τεχνολογίας, η φυσικότητα της εξουσίας, η αναγκαιότητα της κοινωνικής καταξίωσης κλπ.

Όλοι αυτοί οι «φακοί» δια μέσου των οποίων οι άνθρωποι θεωρούν ότι «βλέπουν» την αλήθεια και με πυξίδα την «αλήθεια» τους, ρυθμίζουν την ζωή τους και την ζωή των γύρω τους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εγκατεστημένες ιδέες, που προέρχονται από φιλοσοφικές θεωρίες του μακρινού ή κοντινού παρελθόντος. Οι θεωρίες αυτές, άλλες περιγράφοντας τον τύπο της ζωής, που θα έπρεπε να υιοθετούμε όλοι ως σύνολο, κι άλλες τον τρόπο της ζωής, που θα έπρεπε να ακολουθεί καθ' έκαστο πρόσωπο, όπου ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές του, τρέφουν και συντηρούν τις ιδέες. Οι ιδέες οδηγούν τους ανθρώπους σε αποφάσεις, νόμους, κανόνες, αρχές, και συμπεριφορές. Για τις ιδέες τους οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν, κάνουν πολέμους, δημιουργούν τέχνη, φτιάχνουν επιχειρήσεις, πολιτεύονται, φανατίζονται, παλεύουν, κάνουν ανακαλύψεις, επινοούν επιστήμες, αντιστέκονται, διαφωνούν, γίνονται ομάδες, εξουσιάζουν, εξοντώνουν, επαναστατούν, απελευθερώνονται.  Επομένως οι ιδέες παράγουν τα γεγονότα.

Οι φιλοσοφικές θεωρίες λοιπόν, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία μας, φτιάχνουν τον κόσμο των αρχών, των πίστεων και των πεποιθήσεών μας, δίνοντας νόημα στις πράξεις μας και στα γεγονότα του κόσμου μας. Αυτό το φανταστικό κατάστιχο του μυαλού μας, στο οποίο έχουν καταχωριστεί επιλεκτικά τα αποστάγματα των θεωριών του παρελθόντος καθορίζει τις επιλογές, τα κριτήρια και τις θέσεις μας.

Τι θα συνέβαινε αν απεργήσουν οι φιλόσοφοι; Τι θα γινόταν χωρίς φιλοσοφία;

Χωρίς φιλοσοφία, όλοι μας θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι να κοιτάμε τη ζωή μας μέσα από παραμορφωτικούς φακούς, που έχουν κατασκευάσει οι στοιχειωμένες θεωρίες του παρελθόντος. Ο κόσμος των γεγονότων μας, θα νοηματοδοτείται από τα πλανώμενα φαντάσματα των ιδεών. Χωρίς φιλοσοφία, οι διαμορφωμένες πεποιθήσεις θα ανακυκλώνονται, θα συγκρούονται, θα πολώνονται, θα φανατίζουν και θα συντηρούν τις ψευδαισθήσεις και τους μύθους, που καθορίζουν τις επιλογές μας. Χωρίς φιλοσοφία, τα είδωλα, οι θεοί, οι θρησκείες, τα έθνη, οι πολιτισμοί, οι αξίες, θα παραμένουν, ως παράγοντες έριδας σε μια αρένα, που θα κυριαρχείται από συμφέροντα και συνωμοσιολογίες. Η κριτική θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε κριτήρια, που αποτελούν μνημόσυνα νεκρών θεωριών και ιδεολογιών. Ο «κοπαδισμός» και η ομογενοποίηση, θα συνιστούν το καταφύγιο για τις φοβίες απέναντι στη διαφορετικότητα και το άγνωστο. Οι βεβαιότητες θα γίνουν ακόμα πιο βέβαιες μέχρι βαθμού ακαμψίας.

Χωρίς φιλοσοφία, ερωτήματα του τύπου τι πρέπει να πράττω, τι έχει αξία, τι είναι σωστό, θα αποκτούν ερμηνείες στο πλαίσιο καρκινωμένων ηθικοπλασιών, που δημιουργούν πλαστές ασφάλειες, τύψεις και συνειδησιακά άλλοθι. Χωρίς φιλοσοφία όλα θα παραμένουν τα ίδια ή θα μεταβάλλονται σε μεγακύκλους. Αναπάντητα ερωτήματα όπως: «τι εννοούμε πραγματικότητα, τι είναι αλήθεια, τι είναι και αν υπάρχει ελεύθερη βούληση, θα παραμείνουν αναπάντητα ή θα ξεχαστούν σαν ερωτήματα χωρίς νόημα. Χωρίς φιλοσοφία οι «εικονικοί» ογκόλιθοι που έχει κατασκευάσει ο νους μας και οι κοινές πίστεις της παράδοσης θα φράζουν το δρόμο που οδηγεί πιο παραπέρα. Θα συνεχίζουμε να σκοντάφτουμε πάνω στους βράχους των πεποιθήσεων, των ιδεών, των αρχών που κάποιοι επινόησαν πριν από μας για να δώσουν νόημα και να εξηγήσουν τη ζωή τους και θα σκοντάφτουμε λες και οι επινοημένοι βράχοι στ' αλήθεια υπάρχουν. Θα σκοντάφτουμε πάνω τους ξανά και θα γυρίζουμε γύρω- γύρω και μετά πάλι εκεί, σαν τα παιδικά αυτοκινητάκια που όταν χτυπήσουν σ' ένα εμπόδιο γυρίζουν πίσω και μετά συνεχίζουν, ξανά και ξανά μέχρι να τους τελειώσουν οι μπαταρίες.

Και τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνει άραγε ότι αν τελικά δεν απεργήσουν οι φιλόσοφοι θα αλλάξει κάτι; Θα καταρρίψουμε τους μύθους του παρελθόντος και θα ελευθερωθούμε από τα... «δεσμά του σπηλαίου»; Το πιθανότερο είναι πως όχι. Μάλλον, τη  θέση των παλιών μύθων θα πάρουν άλλοι νέοι και την θέση των «δεσμών» θα πάρουν άλλοι παραμορφωτικού φακοί που θα μας δείχνουν τις αποδεδειγμένες νέες «αλήθειες». Αυτό όμως που έχει για μας σημασία είναι ότι οι νέοι μύθοι, οι νέες ιδέες, οι νέες φιλοσοφίες, θα είναι οι δικές μας νοηματοδοτήσεις στον δικό μας κόσμο των γεγονότων. Θα είναι πέρα από τα απομεινάρια και τα απολιθώματα της φιλοσοφίας των «άλλων» και θα είναι ένα «άνοιγμα» σε μια δέσμη νέων ερμηνειών, των απαντήσεων και των ερωτημάτων.

Θα είναι το σημάδι της δικής μας γενιάς στον μακρύ δρόμο της ανθρώπινης ζωής, που θα δείχνει, μεταξύ των άλλων, το γιατί εμείς θεωρούμε, ότι αξίζει να ζει παρά να πεθαίνει κανείς.

 

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
650 μέρες πριν 17.08.2010 05:07:54
Σχόλια: 0     Ετικέτα: φιλόσοφοι, φιλοσοφία, ηθική, αισθητική, γνωσιολογία, μεταφυσικη, οντολογία, σοφια, θάνατος     Ομάδα: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΕμφανίσεις: 309    
 Το Σχίσμα του 1054    Δημοσιεύτηκε από:

«Το Σχίσμα του 1054: α) Θεολογικός σχολιασμός της ανάδειξης και

προβολής του πρωτείου του πάπα. β) Εντοπισμός των ευθυνών της

Ανατολικής Εκκλησίας για την επικράτηση και την ενίσχυση του

παπικού πρωτείου. γ)Υποχωρήσεις που θα μπορούσαν να έχουν

γίνει ώστε να αποφευχθεί το Σχίσμα ».

Αγραπίδη Κωνσταντίνου

Περιεχόμενα

1. Πρόλογος.....................................................................3

2. Κεφάλαιο 1ο

Η ανάδειξη & η προβολή του παπικού πρωτείου.................4-6

3. Κεφάλαιο 2ο

Η ευθύνη της Ανατολικής Εκκλησίας...................................7-9

4. Κεφάλαιο 3ο

Υποχωρήσεις για τη αποφυγή του Σχίσματος.........................9-10

5. Συμπερασματικά.........................................................11

6. Βιβλιογραφία...............................................................12

2

Πρόλογος

Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που

συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του άκτιστου Φωτός,

οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν

ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον

Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του πάπα, ο οποίος υπέρκειται

ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική

θεολογία η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνο όταν στηρίζεται και

εναρμονίζεται με την θέληση του πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται. Οι

Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως συνέδρια του Χριστιανισμού που

συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του πάπα.

Αρκεί να βγει ο πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή

παύει να έχει κύρος.

Η σημασία και ο ρόλος των επισκόπων μέσα στην Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν

είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι

επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί. Στην παπική εκκλησιολογία

ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους

και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η εξουσία του

Πέτρου, υπό την οποία βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μεταδόθηκε στους διαδόχους

του Πέτρου, δηλαδή στους πάπες. Μέσα σ΄ αυτή την προοπτική υποστηρίζεται

από την παπική Εκκλησία ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διισταμένες,

έχουν ελλείψεις, κατά οικονομία τις δέχεται σε κοινωνία, και βέβαια κατ'

οικονομία τις δέχεται ως αδελφές Εκκλησίες, επειδή αυτή αυτοθεωρείται μητέρα

Εκκλησία ενώ οι υπόλοιπες θυγατέρες Εκκλησίες.

Ο πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος

του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος - αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη,

σαν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον πάπα και Εκείνος αναπαύεται

ευδαίμων στους Ουρανούς.

Οι θεολογικές και εκκλησιαστικές αυτές προσεγγίσεις της

Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Δυτικής θεολογίας γενικότερα, υπήρξαν οι

σοβαρές αιτίες της διαφωνίας και της απομάκρυνσης που συντελέστηκε ανάμεσα

στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία και που οδήγησαν στο Σχίσμα του 1054.

Στην εργασία που ακολουθεί, μας ζητήθηκε μέσα στα πλαίσια του

μεταπτυχιακού προγράμματος στην Ορθόδοξη Θεολογία και της θεματικής

ενότητας ΟΡΘ 50, να σχολιάσουμε θεολογικά την ανάδειξη και προβολή του

πρωτείου του πάπα, να εντοπίσουμε την ευθύνη της Ανατολικής Εκκλησίας για

την επικράτηση και ενίσχυση του παπικού πρωτείου και να εκφέρουμε τέλος την

κρίση μας για το ποιες υποχωρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν κι από ποια

πλευρά, ώστε να είχε αποφευχθεί το Σχίσμα.

3

Κεφάλαιο 1ο

Η ανάδειξη & η προβολή του παπικού πρωτείου

Η Εκκλησία είναι ένα άγιο καθίδρυμα, διότι είναι απόλυτη η αγιότητα

του Θεού, ο οποίος είναι ο ιδρυτής κι η αόρατη κεφαλή της. Ο Χριστός αγάπησε

την Εκκλησία του «και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αύτης». Αγία είναι και η Χάρη

του Θεού η οποία τρέφει πνευματικά και αυξάνει την Εκκλησία. Άγια επίσης

είναι και τα ιερά μυστήρια, τα μέσα της σωτηρίας. Αγιαστικός είναι κι ο σκοπός

της. Τα ιστορικά όμως μέλη της Εκκλησίας δεν είναι όλα άγια. Ως άνθρωποι

αδύνατοι έχουν αμαρτίες και πάθη, τα οποία προσπαθεί να διορθώσει η

Εκκλησία, χωρίς να αναιρείται η απόλυτη αγιότητά της. Η Εκκλησία είναι

επίσης Καθολική, μια και είναι μία και τείνει να περιλάβει ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτή ήταν άλλωστε και η εντολή που έλαβαν οι Απόστολοι από το Δάσκαλό

τους: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη...» Η Καθολικότητα αυτή της

Εκκλησίας άρχισε να κλονίζεται από τη στιγμή που για τη σχολαστική και

παλαιότερη ρωμαιοκαθολική θεολογία , ο όρος Εκκλησία σήμαινε περισσότερο

ιεραρχία και διοίκηση και λιγότερο σώμα και κοινωνία.

Η μέχρι τότε ενότητα της Εκκλησίας διασφαλιζόταν διοικητικά, με τη

συνεχή και αδιάκοπτη λειτουργία του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας

μέσω του θεσμού της Πενταρχίας και θεολογικά, μέσω του μυστηρίου της Θείας

Ευχαριστίας1.

Στη Δυτική θεολογία όμως καλλιεργήθηκε μια νέα «ιδεολογία» που δεν

είχε κανένα στήριγμα στην πραγματικότητα και που με την εμφάνιση, την

εξάπλωσηκαι την συντήρησή της συνάπτονταν κοινωνικά ενδιαφέροντα. Η

ιδεολογία αυτή οδήγησε στο δόγμα περί αλάθητου του πάπα. Αυτό συνέβη κατ΄

εξοχήν στην Α΄ σύνοδο του Βατικανού το 1870, όπου το αλάθητο της Εκκλησίας

ακολούθησε μια ιδιάζουσα οδό μέσα στους κόλπους της συμβολικής και

οικουμενικής θεολογίας.

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες οι κατά τόπους Εκκλησίες αποδέχονταν

εθιμοτυπικά τα πρεσβεία τιμής του θρόνου της Ρώμης, ενώ η Δ΄ Οικουμενική

Σύνοδος κατοχύρωσε αυτά τα πρεσβεία αναγνωρίζοντας τον πάπα ως πρώτο

μεταξύ ίσων. Η αναγνώριση αυτή βεβαίως δεν είχε κανένα διοικητικό

χαρακτήρα και αναφερόταν στον πρώτο σε μια σειρά διαδοχής, λόγω

αρχαιότητας, χωρίς να τον καθιστά «αρχή», διότι αρχή στην Εκκλησία και τη

σωτηρία του ανθρώπου είναι μόνο ο Χριστός.

1. Ι. Ζηζιούλα, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους

τρεις πρώτους αιώνας (Αθήνα, εκδ. Γρηγόρη, 19902) σελ. 9

4

Η αυθεντία του πάπα όμως έπρεπε πάση θυσία να ισχυροποιηθεί, ώστε να

καταστεί δυνατή η υποστύλωση της παλιάς ιεραρχικής τάξης τόσο στους κόλπους

της Εκκλησίας όσο και της κοινωνίας. Φυσικά η ανακήρυξη του αλάθητου δε θα

ήταν δυνατή, αν γινόταν μέσα από δημοκρατικούς και ελεύθερους διάλογους. Ο

σκοπός όμως υπαγόρευσε τη χρήση μέσων κι έτσι ασκήθηκε πίεση.

Η ανακήρυξη του αλάθητου δημιούργησε ένα νέο είδος ιδεολογίας. Το

δόγμα αυτό δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά καλύπτει

ολόκληρο το διδακτικό αξίωμα της Εκκλησίας που μ΄ αυτό τον τρόπο

τοποθετείται πάνω από κάθε ιδέα κριτικής. Κατά συνέπεια ο πάπας μένει έξω

από κάθε δυνατότητα ενστάσεως.

Βεβαίως όχι μόνο δεν κατέστη δυνατό να ασφαλιστεί το διδακτικό αξίωμα

της Εκκλησίας, αλλά αντίθετα περιήλθε σε μείζονα κίνδυνο, μια και μ΄ αυτό τον

τρόπο είναι η αξιοπιστία της Εκκλησίας που διακυβεύεται συνεχώς.

Η μετάλλαξη σε πρωτείο εξουσίας του πρωτείου τιμής, έκανε επίσης τη

Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να αντιλαμβάνεται διαφορετικά την ενότητα των

τοπικών Εκκλησιών από τη μια και την καθολικότητα της μίας, Αποστολικής

Εκκλησίας από την άλλη. Έτσι κάθε τοπική Εκκλησία αποτελεί μέρος ενός

ευρύτερου συνόλου, κεφαλή του οποίου είναι ο επίσκοπος Ρώμης, ο τοποτηρητής

του Θεού επί της γης. Κατά συνέπεια, η καθολικότητα της του Χριστού Εκκλησίας

ταυτίζεται με την ενότητα όλων των τοπικών εκκλησιών υπό τον «αλάθητο

διδάσκαλο της πίστεως», τον επίσκοπο Ρώμης.

Εξ ίσου επικίνδυνο όμως είναι και το θεσμικό αδιέξοδο, στο οποίο

οδηγήθηκε η Εκκλησία από το νέο δόγμα. Ο πάπας μπορεί να κάνει το κάθε τι

ερήμην των επισκόπων. Με τον τρόπο αυτό η κορυφή απομονώνεται και

απολυτοποιείται. Ο πάπας γίνεται ο episcopus episcoporum, η πηγή της

εκκλησιαστικής, της ιερατικής και της κοσμικής εξουσίας, ίσταται υπεράνω όλων

των ιεραρχών, των πατριαρχών ακόμα και των Οικουμενικών Συνόδων, είναι η

αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς

ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης2.

Σύμφωνα με τη λατινική θεολογία η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε

μόνο όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με τη θέληση του πάπα. Σε αντίθετη

περίπτωση εκμηδενίζεται. Η αυθεντία του αλάθητου συγκεντρώθηκε κι

εντοπίστηκε σ΄ έναν εξωτερικό φορέα και μάλιστα σ΄ ένα πρόσωπο. Ο επίσκοπος

Ρώμης παρουσιάζεται σε ολόκληρη την οικουμένη ως ο μόνος αληθινός

επίσκοπος, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θεωρούνται απλοί τοποτηρητές του.

Ακόμα και οι σύνοδοι δεν μπορούν να είναι οικουμενικοί παρά μόνο με

τη συγκατάθεσή του κι έχοντας μόνο το ρόλο της επικύρωσης των αλάθητων

αποφάσεών του, αντίθετα με την αρχαία Εκκλησία όπου αναγνώριζε την

Οικουμενική Σύνοδο ως την ανώτατη Εκκλησιαστική αρχή.

2. Ι. Καρμίρη, Δύο Βυζαντινοί Ιεράρχαι και το Σχίσμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (Αθήναι

1950) σελ. 9

5

Ο επίσκοπος Ρώμης με την ιδιαίτερη εξουσία του και το αξίωμά του,

αποτελούσε τον πρωταρχικό και μοναδικό παράγοντα στην επίλυση των

διαφορών και των διαφωνιών που προέκυπταν στην Εκκλησία τόσο σε τοπικό

όσο και οικουμενικό επίπεδο. Το σώμα της Εκκλησίας που μέχρι τότε ήταν

αρμόδιο για την επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος και εξέφραζε την αλήθεια,

περιορίστηκε. Ο λαός που ήταν συνυπεύθυνος για τη διασφάλιση, τη διατήρηση

και τη μετάδοση της εκκλησιαστικής παράδοσης παραγκωνίστηκε. Έτσι η

χαρισματική κι εσωτερική πλευρά του εκκλησιαστικού σώματος χωρίς βεβαίως

να αγνοείται, υποτάχτηκε στην εξωτερική έκφραση της διοίκησης και μάλιστα

στην κεφαλή της ιεραρχικής εξουσίας. Διαταράχτηκαν με τον τρόπο αυτό οι

σχέσεις του επισκόπου με την τοπική Εκκλησία και αποξενώθηκε σταδιακά ο

λαός από τον κλήρο.

Η ιδεολογία αυτή της Δυτικής Εκκλησίας έρχεται όμως και σε άμεση

αντίθεση με τη διδασκαλία της αρχαίας Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία κάθε

επίσκοπος αποτελεί ζώσα εικόνα του Χριστού κι αποτελεί το ορατό όργανο της

καθολικότητας και της ενότητας της Εκκλησίας3. Ο θεσμός του επισκόπου από

διακόνημα που ξεκίνησε να είναι στην πρώτη Εκκλησία, κατέληξε σε αξίωμα

καταλύοντας τόσο την εκκλησιολογική βάση του επισκοπικού λειτουργήματος,

όσο και την αυθεντία της Οικουμενικής Εκκλησίας, υποτάσσοντάς την στην

αυθεντία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Νέες αντιλήψεις περί ατόμου και συνόλου, περί τοπικότητας κι

οικουμενικότητας επικράτησαν στη Θεολογία. Η Θεία Ευχαριστία κι ο επίσκοπος

σταμάτησαν να συνδέονται τόσο μεταξύ τους, όσο και προς την ουσία της

Εκκλησίας και της ενότητας αυτής, στη συνείδηση της Δυτικής Εκκλησίας. Έπαψε

η Ευχαριστία να θεωρείται ως η κατ΄ εξοχή αποκάλυψη της Εκκλησίας κι ο

επίσκοπος ως ο ηγέτης και η κεφαλή της ευχαριστιακής συνάξεως, η οποία ενώνει

σε τόπο και χρόνο την Εκκλησία του Θεού4.

Με τον τρόπο αυτό ο επίσκοπος αποσπάστηκε από το κύριο έργο του που

ήταν η ηγεσία της Ευχαριστίας, και μετατρεπόμενος κυρίως σε διοικητικό

πρόσωπο αποσπάστηκε αναγκαστικά κι από το εκκλησιολογικό περιεχόμενο της

Ευχαριστίας.

3. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, Η Ορθοδοξία ως

Κληρονομιά. Τόμος Β΄: Η Ορθόδοξη Εκκλησία σε Ανατολή και Δύση (Πάτρα,

Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2001) σελ. 58

4. Ι. Ζηζιούλα, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους

τρεις πρώτους αιώνας (Αθήνα, εκδ. Γρηγόρη, 19902) σελ. 9

6

Κεφάλαιο 2ο

Η ευθύνη της Ανατολικής Εκκλησίας για την

επικράτηση & την ενίσχυση του παπικού πρωτείου.

Πολλοί ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στην επικράτηση και την ενίσχυση

του παπικού πρωτείου, ιδιαίτερα μετά το 330 όπου έγινε η μεταφορά της

πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο.

Η μεταφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αποξένωση του

ανατολικού και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, αλλά και τη

διαφορετική οπτική γωνία μέσα από την οποία έβλεπαν οι δύο πλευρές τις

σχέσεις Εκκλησίας και πολιτείας. Η βαθμιαία ενδυνάμωση της Ανατολής και η

σταδιακή αποδυνάμωση της Δύσης, επέβαλε συγκεκριμένες κινήσεις εκ μέρους

της Εκκλησίας της Ρώμης, ώστε να διασωθούν τα υπό κατάρρευση δυτικά

κράτη, να αντιμετωπιστούν οι επιδρομείς, να διασφαλισθεί η ειρήνη και να

ενισχυθεί η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που

οδήγησε τον επίσκοπο της Ρώμης να στέψει τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα,

προχωρώντας έτσι στη δημιουργία μιας νέας χριστιανικής αυτοκρατορίας,

αψηφώντας προφανώς τον αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης.

Οι Βυζαντινοί δε νοιάζονται πλέον για το Δυτικό κομμάτι της

αυτοκρατορίας, το εγκαταλείπουν κι αυτό είναι που κάνει την Εκκλησία της

Ρώμης να αναλάβει ακόμα πιο ενεργή δράση για να μπορέσει να αποφύγει την

καταστροφή, να περισώσει ότι ήταν δυνατόν και να ενδυναμώσει τη θέση της.

Η ελλιπής παρουσία της κεντρικής εξουσίας στη Δύση κι η έλλειψη

ελέγχου καθιστούσαν τον επίσκοπο Ρώμης ελεύθερο να αποφασίζει για

δογματικά ζητήματα και δεν ήταν λίγες οι φορές που τόνιζε ότι ο Βυζαντινός

αυτοκράτορας δεν είχε καμία αρμοδιότητα στις υποθέσεις της Εκκλησίας. Αυτός

ήταν κι ο λόγος που έκανε αρκετούς εξ Ανατολής ορμώμενους, να προσφεύγουν

στην έδρα της Ρώμης για επίλυση διαφόρων εκκλησιαστικών προβλημάτων και

να μιλούν εμφανώς για τον πάπα, ως διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου5.

Ακόμα κι αυτοκράτορας Λέων ο ΣΤ΄ προσέφυγε στη δογματική αυθεντία

του πάπα, προκειμένου να του αναγνωριστεί η νομιμότητα του τέταρτου γάμου

του, πράξη όπου ο επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης αρνιόταν να του

αναγνωρίσει6.

5. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, Η Ορθοδοξία ως

Κληρονομιά. Τόμος Β΄: Η Ορθόδοξη Εκκλησία σε Ανατολή και Δύση (Πάτρα, Ελληνικό

Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2001) σελ. 63

6. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π., σελ.77

7

Διαπιστώνουμε συνεπώς την προχειρότητα και την επιπολαιότητα με την

οποία η κεντρική εξουσία αντιμετώπιζε τα δογματικά κι εκκλησιαστικά

ζητήματα και πώς ουσιαστικά αναγνώριζε τη δογματικά αυθεντία του επισκόπου

της Ρώμης σε σχέση με τους επισκόπους των υπόλοιπων ιερών εδρών.

Η ευθύνη όμως των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και της Ανατολικής

Εκκλησίας σχετικά με την ανάδειξη και την επικράτηση του παπικού πρωτείου δε

σταματά εδώ.

Ο ανταγωνισμός που υπήρχε μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης, οξύνεται

περισσότερο όταν ο Ιωάννης ο Νηστευτής, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

κάνει επίσημη χρήση του τίτλου «οικουμενικός», αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό

την αντιζηλία και την καχυποψία που επικρατούσε ανάμεσα στις δύο έδρες7.

Ο Μάξιμος ο ομολογητής βρίσκοντας υπερασπιστή της ορθόδοξης πίστης

τον πάπα της Ρώμης το 649, βεβαιώνει ότι η Ρώμη είναι: «Η κεφαλή και η

μητρόπολη των Εκκλησιών, η σταθερή και αμετάβλητη πέτρα, η πλέον μεγάλη

αποστολική Εκκλησία»8. Απαράδεχτη ήταν στη συνέχεια η στάση του Βυζαντίου.

Ο πάπας Μαρτίνος Α΄ συλλαμβάνεται ασθενής, οδηγείται στην

Κωνσταντινούπολη το 653, καταδικάζεται ως προδότης κι εξορίζεται στην

Κριμαία όπου και πεθαίνει το 655. Οι ενέργειες αυτές των Βυζαντινών

αυτοκρατόρων έκαναν τους Δυτικούς να θέλουν να απαλλαγούν οριστικά από

την εξουσία της Κωνσταντινούπολης και για το λόγο αυτό επέσπευσαν τις

διαδικασίες της ανάδειξης και της προβολής του παπικού πρωτείου.

Εκτός όμως από τις εκκλησιαστικές και τους θεολογικές διαφορές που

επέδρασαν στο χωρισμό Ανατολής και Δύσης υπήρξαν και πολιτικά λάθη της

Βυζαντινής διπλωματίας που οδήγησαν στην εδραίωση του πρωτείου του πάπα.

Μεταξύ αυτών αξίζει να αναφερθούμε στην απόσπαση των επαρχιών της Νότιας

Ιταλίας και του ανατολικού Ιλλυρικού από τη δικαιοδοσία του πάπα κι η

ανάθεσή τους στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που έγινε από τον

αυτοκράτορα Λέοντα τον Γ΄. Επίσης η άρνηση των Βυζαντινών το 754 στις

εκκλήσεις του πάπα της Ρώμης Στεφάνου του Β΄, τον υποχρέωσε να ζητήσει

βοήθεια από το Φράγκο βασιλιά εναντίον του Λογγοβάρδου ηγεμόνα. Το

γεγονός αυτό σφράγισε τη συμμαχία της Δυτικής Εκκλησίας με τους Φράγκους

και εγκαινίασε την ίδρυση του παπικού κράτους, όπου η εδραίωσή του

απαιτούσε την προβολή και την ανάδειξη του πρωτείου του πάπα9.

Την προβολή αυτή ευνόησαν τέλος, το ζήτημα του πατριαρχικού θρόνου

της Κωνσταντινούπολης καθώς επίσης και η ρήξη των δύο ομάδων, Πολιτικών

και Ζηλωτών.

7. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.68

8. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.67

9. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.69

8

Μπορεί να μην ήταν λίγες οι φορές που η Ανατολική Εκκλησία

προσέφυγε στην Εκκλησία της Ρώμης για να λύσει εσωτερικές της διαφορές.

Μπορεί επίσης η Βυζαντινή διπλωματία να έκανε λάθος χειρισμούς. Αυτό όμως

που είναι σίγουρο είναι το ότι η Ανατολική Εκκλησία ήταν πάντα προσηλωμένη

στη δημοκρατική - συνοδική συνείδηση που εκφραζόταν στο θεσμό της

πενταρχίας των πατριαρχών.

Κεφάλαιο 3ο

Υποχωρήσεις που θα μπορούσαν να έχουν γίνει ώστε

να αποφευχθεί το Σχίσμα.

Οι ενέργειες που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί εκ μέρους της

Λατινικής Εκκλησίας ώστε να μη γίνει το οριστικό σχίσμα ήταν μεταξύ άλλων οι

εξής:

Η αποφυγή της επέμβασης της Δυτικής Εκκλησίας με τον προκαθήμενό

της πάπα Λέοντα το Θ΄, στη Νότια Ιταλία. Ο εν λόγω πάπας μετά την κατάληψη

από τους Σαρακηνούς και τους Νορμανδούς των βυζαντινών επαρχιών της

νότιας Ιταλίας, θεωρεί ότι οι επαρχίεςαυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία του και

διορίζει αρχιεπίσκοπο τον Ουμβέρτο, αφού πρώτα καθαιρεί το Βυζαντινό

αρχιεπίσκοπο Σιπόντου της Απουλίας κι αφού καταργεί την αρχιεπισκοπή10.

Ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος παρότρυνε τον αρχιεπίσκοπο

Αχρίδος Λέοντα να υπερασπιστεί την εκκλησιαστική πολιτική του Βυζαντίου

ακολουθώντας την οδό της ηπιότητας και του συμβιβασμού, με επιστολή του που

απέστειλε προς τον αρχιεπίσκοπο της Τρανίας στην Απουλία.

Ο πάπας όμως αρνείται κάθε συμβιβαστική λύση και απαντά με επιστολή

όπου κατηγορεί τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, εξαίρει την υπεροχή της

Εκκλησίας της Ρώμης έναντι των υπολοίπων Εκκλησιών και τον καλεί να

μετανοήσει, να δεχτεί τη λατινική διδασκαλία και να υποταχθεί στον πάπα11.

10. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.80

11. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.81

9

Το απότομο ύφος των παπικών επιστολών, το περιεχόμενό τους και οι

παπικές σφραγίδες έκαναν τον πατριάρχη να αντιληφθεί ότι κάτι ύποπτο

συνέβαινε με την αντιπροσωπεία του πάπα και διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί

της. Κι όντως οι εκπρόσωποι αυτοί δεν είχαν καμία νομιμότητα να εκπροσωπούν

έναν πάπα που είχε πεθάνει τις πρώτες μέρες της άφιξή τους στην

Κωνσταντινούπολη. Γεγονός που σημαίνει ότι το σχίσμα πραγματοποιήθηκε σε

περίοδο όπου η παπική Εκκλησία ήταν χωρίς ηγέτη12.

Ο απεσταλμένος του πάπα Ουμβέρτος ήρθε σε οξύτατη αντιπαράθεση κι

απάντησε με απαράδεκτες ύβρεις στο μοναχό Νικήτα Στηθάτο, ο οποίος

ανέτρεψε μα επιχειρήματα τα λατινικά έθιμα13.

Τα αναθέματα του εγγράφου που τοποθετήθηκε πάνω στην Αγία

Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, το Σάββατο 16 Ιουλίου του 1054, έφεραν την

υπογραφή των τριών παπικών αντιπροσώπων κι όχι του επισκόπου της Ρώμης.

Όλες αυτές οι ενέργειες και οι σπασμωδικές κινήσεις επιβεβαιώνουν τις υποψίες

του πατριάρχη και φανερώνουν ότι η αντιπροσωπεία δεν ενεργούσε εξ ονόματος

του πάπα14.

Και η Βυζαντινή πλευρά θα μπορούσε όμως να μην έχει προβεί σε

κινήσεις αντιποίνων που όξυναν περισσότερο την κατάσταση κι έπληξαν

ανεπανόρθωτα τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών και συγκεκριμένα:

Όταν ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάτος έμαθε ότι με παρότρυνση του

πάπα, οι Νορμανδοί απαγόρευσαν τα ανατολικά έθιμα σε όσες βυζαντινές

επαρχίες της Νότιας Ιταλίας είχαν κατακτήσει, βρήκε την ευκαιρία να κλείσει

όλους τους λατινικούς ναούς και τα λατινικά μοναστήρια που βρίσκονταν στην

Κωνσταντινούπολη κι απαγόρευσε την τήρηση των λατινικών εθίμων από τους

Λατίνους15. Οι ενέργειες αυτές κάθε άλλο παρά βοηθούσαν στην εκτόνωση της

κατάστασης.

Ο πατριάρχης συγκάλεσε ενδημούσα σύνοδο στις 24 Ιουλίου του 1054

κατά την οποία αναθεμάτισε το παπικό έγγραφο, τους συντάκτες του και όσους

το δέχονταν. Οι παπικοί αντιπρόσωποι όμως ήταν ήδη μακριά με αποτέλεσμα να

μην παρευρεθούν στη σύνοδο. Με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα τους ζητήθηκε

να επιστρέψουν, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε. Ίσως εάν ο πατριάρχης είχε

καλέσει τη σύνοδο κατά τη διάρκεια της παραμονής των αντιπροσώπων στην

Κωνσταντινούπολη, να είχαν συζητηθεί τα προβλήματα και να είχε αποφευχθεί

η κρίση. Η σύνοδος κι ο αυτοκράτορας αποδέχτηκαν την άποψη που πρέσβευε

ότι οι παπικοί αντιπρόσωποι δεν εξέφραζαν τις απόψεις του πάπα Λέοντα του

Θ΄16.

12. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.81

13. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.81

14. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.82

15. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.80

16. Μ. Μπέγζου, Στ. Πορτελάνου, Στ. Καριώτογλου, Γ. Μεταλληνού, ό.π.. σελ.82

10

Συμπερασματικά

Το πρωτείο του πάπα Ρώμης, και μάλιστα το αλάθητο, που θεσμοθετήθηκε

από την πρώτη Σύνοδο του Βατικανού το 1870, αποτελεί μια θλιβερή για τους

ορθοδόξους, και όχι μόνο, ιστορία. Ο ορθόδοξος κόσμος αξιολογεί το παπικό

πρωτείο ως εκκλησιολογική παρέκκλιση, η οποία έγκειται όχι στη βεβαίωση του

πρωτείου της τιμής, το οποίο πάντα αναγνωριζόταν από την Εκκλησία, αλλά στη

μεταλλαγή αυτού του πρωτείου της τιμής και της αγάπης σε πρωτείο εξουσίας.

Κατά τη διδασκαλία της ίδιας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το πρωτείο του

ρωμαίου ποντίφικα, που θεωρείται διάδοχος του αποστόλου Πέτρου, δεν είναι

μόνο τίτλος τιμής ή πρωτείο προεδρικό, το οποίο πηγάζει από το σώμα στο οποίο

προεδρεύει, αλλά πρωτείο αυτοτελούς εξουσίας. Ο πάπας, ως τοποτηρητής του

Χριστού, αναγνωρίζεται ότι έχει πραγματική ιδία αυθεντία, και συνεπώς είναι ο

υπέρτατος ρυθμιστής και διαιτητής του χριστιανικού βίου.

Η κριτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά του παπικού πρωτείου

επικεντρώνεται κυρίως στο ότι το πρωτείο εξουσίας του πάπα της Ρώμης

καταλύει το συνοδικό σύστημα. Η περί του αλάθητου του πάπα μάλιστα

αντίληψη μετατοπίζει το κέντρο βάρους και αποστερεί το εκκλησιαστικό σώμα

από τη συνοδικήτου λειτουργία και τον συνοδικό του χαρακτήρα. Για την

ορθόδοξη παράδοση η συνοδικότητα είναι θεμελιώδες στοιχείο της

εκκλησιαστικότητας, στηρίζεται δε στη «σύνοδο» των δύο φύσεων στο ένα

πρόσωπο του Χριστού (θεολογία της Χαλκηδόνας). Κατά την ορθόδοξη

κατανόηση το παπικό πρωτείο, όπως εξελίχθηκε στη δυτική Εκκλησία, και η

συνοδικότητα, όπως λειτουργεί στην Ανατολή, είναι δύο ασυμβίβαστα μεγέθη.

Βασικό συνοδικό αξίωμα είναι το «η γνώμη των πλειόνων κρατείτω», κάτι που

ουσιαστικά χάνεται με την παπική αυθεντία.

Οι παραπάνω διαφορές φαίνονται αγεφύρωτες και φαντάζουν

απροσπέλαστες για μια μελλοντική ένωση των δύο Εκκλησιών.

Παρόλα αυτά, ένα νέο κλίμα καλής διάθεσης ήδη από το 1965, όπου έγινε

η άρση των αναθεματισμών του 1054, φαίνεται να διακατέχει τις δύο πλευρές και

ένας διάλογος έχει ξεκινήσει ώστε να υπερνικηθούν τα εμπόδια και μέσα από το

πνεύμα της αληθινής αγάπης να οδηγηθούμε στην επανένωση της Μίας,

Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Ιησού Χριστού.

11

Βιβλιογραφία

1. Ζηζιούλα Ι., Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους

τρεις πρώτους αιώνας (Αθήνα, εκδ. Γρηγόρη, 19902)

2. Καρμίρη Ι., Δύο Βυζαντινοί Ιεράρχαι και το Σχίσμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (Αθήναι

1950)

3. Μπέγζου Μ., Πορτελάνου Στ. , Καριώτογλου Στ., Μεταλληνού Γ., Η Ορθοδοξία ως

Κληρονομιά. Τόμος Β΄: Η Ορθόδοξη Εκκλησία σε Ανατολή και Δύση (Πάτρα,

Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2001)

12

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
664 μέρες πριν 03.08.2010 11:42:36
Σχόλια: 0     Ετικέτα: επιστήμη, εργασια, ιστορία     Ομάδα: ΘΕΟΛΟΓΙΑΕμφανίσεις: 289    
 ΠΕΙΡΑΜΑ    Δημοσιεύτηκε από:

< ! - Google Website Optimizer χειρογράφων Ελέγχου - >
<script>
λειτουργία utmx_section () { } utmx function () { }
( function () { var k = '0515409837 ' , d = έγγραφο , l = d.location , c = d.cookie ? συνάρτηση f (n ) {
εάν (γ ) { var i = c.indexOf ( +'='); n if ( i> -1) { var ι = c.indexOf (';', i) ? επιστροφή c.substring ( i + n.
Μήκος +1, j <0 ; c.length : ι ) } } } var x = f (« __utmx » ) , xx = f (« __utmxx » ) , η l.hash = ?
d.write ( « < sc "+" ript src = " '+
'Http' + ( l.protocol == " https : "; 's : / / www ssl ':':// ')+'. google - analytics.com »
+ " / siteopt.js ; v = 1 & utmxkey + + k = ' & utmx + = ' (x ; x :)+'& utmxx + = ' ( xx ; xx :)+'& utmxtime = '
+ νέα Ημερομηνία () . valueOf ( ) + ( h ; '& utmxhash + διαφυγής = ' ( h.substr (1 )):)+
" τύπος = " text / javascript " charset = " utf-8 "> < / sc " >')})(); + » ript
< / script > <script> utmx ( "url" , 'A / B > script ');</
< ! - End του Google Website Optimizer χειρογράφων Ελέγχου - >

 

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
676 μέρες πριν 22.07.2010 01:14:27
Σχόλια: 0     Ετικέτα: πείραμα     Ομάδα: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣΕμφανίσεις: 219    
 ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ    Δημοσιεύτηκε από:

(Διαβάστε και άλλα)

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
710 μέρες πριν 18.06.2010 18:46:15
Σχόλια: 0     Ομάδα: ΘΕΟΛΟΓΙΑΕμφανίσεις: 248    
 Η Δ. Ε. της Παλαιάς Φιλαρμονικής Κερκύρας με παλιά νοοτροπί...    Δημοσιεύτηκε από:

Η Δ. Ε. της  Παλαιάς Φιλαρμονικής Κερκύρας με παλιά νοοτροπία, άνευ εντροπίας

Είναι κοινά παραδεκτό ότι το διακριτό στοιχείο, που χαρακτηρίζει για τριάντα και πλέον έτη την μπάντα της Παλαιάς Φιλαρμονικής Κερκύρας, από τις άλλες Φιλαρμονικές μπάντες της πόλεως και τη υπαίθρου, είναι  ο ιδιαίτερος ήχος, η μελωδία και ο ρυθμός, που παράγεται, από το σύνολο των μουσικών, που την απαρτίζουν.  Αυτό δηλαδή το μοναδικό παιάνισμα και η εξαιρετικά ακριβής εκτέλεση των δύσκολων και ασυνήθιστων μουσικών έργων, που εκτελεί.  Μια συναρπαστική μουσική απόδοση, η οποία την καταξιώνει μεταξύ των κορυφαίων φιλαρμονικών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς.

 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι για την προσφορά και την ποιότητα του παραχθέντος έργου της Παλαιάς Φιλαρμονικής μας, σε ειδική πανηγυρική συνεδρία οι σοφοί της Ακαδημίας Αθηνών της απέδωσαν ειδικό Βραβείο.

Επίσης έχει αριστεύσει σε διεθνείς διοργανώσεις για φιλαρμονικές, όπου απεκόμισε το σεβασμό και την αναγνώριση των ξένων μουσικόφιλων και μη. Στην ιστοσελίδα της Φιλαρμονικής αναφέρεται ότι η Μπάντα «Έχει δώσει συναυλίες σε διάφορες πόλεις στην Ελλάδα, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, το εξωτερικό (Δανία, Νέα Υόρκη Η.Π.Α., Κύπρο, Σερβία, Ιταλία, Ρωσία) και έλαβε μέρος στην τελετή αφής της Ολυμπιακής Φλόγας στην αρχαία Ολυμπία την 25η Μαρτίου 2004 για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Τροφοδοτεί με Μουσικούς την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Ελληνική Ραδιοφωνία, τις Στρατιωτικές Μπάντες και συγκροτήματα μουσικής σε όλη την Ελλάδα ».  Πράγματι, οι παραπάνω εμφανίσεις της, στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά και στη Ρωσία, και όχι μόνο, εστέφθησαν, όχι απλά με επιτυχία, αλλά με την απόλυτη αναγνώριση και τον δέοντα σεβασμό.  Οι κριτικές πολλών έμπειρων και ειδημόνων σχολιαστών, ήταν πάντοτε επαινετικές, για το άρτιο σχήμα, το ηχόχρωμα και το μουσικό ακουστικό γέννημα.

Βεβαίως αυτός ο τόκος, αυτή η γέννα, δεν προέκυψε παρθενικώς.  Υπήρξε ένας μακροχρόνιος εμβολιασμός, ο οποίος «μετάλλαξε» τους ήχους των χάλκινων και των ξύλινων πνευστών και κρουστών, σε ήχους ωσάν των έγχορδων μελωδιών.  Η Μπάντα που παιανίζει σαν συμφωνική ορχήστρα.  Αυτή η μίξη και η κράση είναι πανκερκυραϊκά γνωστό, αποδεκτό και παραδεκτό, ότι συντελέστηκε από τον κορυφαίο Αρχιμουσικό και Δάσκαλό της, τον ακούραστο Μαέστρο κ. Δημήτριο Κάφυρη.

Όταν την ανέλαβε, ήταν κυριολεκτικά μια  διαλυμένη Φιλαρμονική, αφού τα 2 / 3 και πλέον του έμψυχου μουσικού δυναμικού της, απεχώρησαν από το σώμα και δημιούργησαν, ου μετ 'πολύ, τη νέα Φιλαρμονική, τον «Καποδίστρια». 

Παρά ταύτα η Παλαιά Φιλαρμονική δεν έλλειψε, ούτε για μια φορά, από τις προγραμματισμένες εμφανίσεις της.  Πραγματικά, ξάφνιασε η παρουσία της, με τα τότε 15/χρονα σχολιαρόπαιδα, τα οποία απέδιδαν τα δύσκολα και πρωτάκουστα για την Κέρκυρα μουσικά έργα, σαν έμπειροι μουσικοί.  Εκείνα τα σχολιαρόπαιδα, σήμερα, είναι περίπου πενηντάρηδες και καταξιωμένοι μουσικοί, στη Λυρική Σκηνή, στην Κρατική Ορχήστρα, στις Μπάντες του  Στρατού, του Ναυτικού, της Αεροπορίας, της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και σε άλλες Μπάντες της Αθήνας και όχι μόνο. Αυτή η παραγωγή μουσικών και η επαγγελματική τους αποκατάσταση, οφείλεται φυσικά στην προσωπική τους θέληση, αλλά  στις ακούραστες προσπάθειες του πρώτου της τρομπέτας, του εραστή της μουσικής, του λάτρη της Κέρκυρας, Δημήτρη Κάφυρη.

Ο Κάφυρης, αν ήθελε, μπορούσε να επιλέξει ένα άλλον τόπο, για να δραστηριοποιηθεί στην τέχνη του, όταν συνταξιοδοτήθηκε.  Όμως, ως γνήσιος κερκυραίος, και μάλιστα Μαντουκιώτης, προτίμησε, να γίνει «προφήτης» και δάσκαλος της μουσικής στον τόπο του, επέλεξε τον επαναπατρισμό, με σκοπό τις ικανότητές του, τις μουσικές του γνώσεις, τη λατρεία του για την κλασσική μουσική, να τη διδάξει και να τη διαδώσει στα κερκυραϊκά νιάτα, για να την απολαύσει η κερκυραϊκή κοινωνία και οι επισκέπτες της. 

Υπάρχουν, όντως και άλλοι κερκυραίοι, που είναι κορυφαίοι μουσικοί, που διαπρέπουν, πράγματι, στο μουσικό στερέωμα της Ελλάδας, σαν πολύφωτοι αστέρες. Κάποιοι έχουν φοιτήσει στα νεανικά τους χρόνια στην Παλαιά Φιλαρμονική.  Την αγαπούν, την θυμούνται, την επισκέπτονται τις επίσημες μέρες, (τότε μπορούν), τους καμαρώνουμε στο παράθυρο του οικήματός της, σε κάποιες λιτανείες.  Αλλά μέχρι εκεί.  Δεν γύρισε κανείς τους, για να κομίσει το μουσικό του ταπεραμέντο και ταλέντο.  Ή μάλλον γυρίζουν, εμπερίστατα, για να δώσουν, όχι τις μουσικές τους και καλλιτεχνικές τους αρετές, αλλά τις εισαγγελικές τους και καταδικαστικές τους εμπαθείς ενέργειες.  αυτούς Σ 'τους ταγούς της ηθικοφάνειας και της εντιμολογιότητας,  θα μπορούσε κανείς να τους αφιερώσει το λαϊκό άσμα «κυραγιώργενα ο Γιώργος που πάει».  Δεν ξέρω, αν θα πρέπει να σταθούμε αναλυτικότερα σε κάποιο συγκεκριμένο στίχο ή στο ρεφρέν αυτού άσματος. Θα το αποφύγω, για λόγους διαφορετικής ποιοτικής προσέγγισης και δεοντολογικής αντίληψης, σε όσα αναληθή και αβάσιμα, καταγγέλθηκαν (αν είναι δυνατόν), εναντίον του 78/χρονου πια Μαέστρου, από αφερέγγυα και υπόδικα, τελικά, άτομα.

Αξιότιμοι κύριοι της Διοικητικής Επιτροπής είσθε στην κρίση των νουνεχών Κερκυραίων, των διαβιούντων εντός και εκτός της Κέρκυρας, και στην πλειάδα των μαθητών, του απολυμένου (sic) Μαέστρου της Παλαιάς Φιλαρμονικής, Κυρίου Δημητρίου Κάφυρη.

Είμαι βαθειά πεπεισμένος, ότι ο Δημήτρης Κάφυρης είναι όντως εραστής της μουσικής. Από τότε που γνωρίστηκε μαζί της, την ερωτεύθηκε με πάθος και της αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι. Οι μαθητές και οι μαθήτριές του είναι ο καρπός της γέννας  αυτού του μακροχρόνιου  έρωτα. Αυτοί οι μαθητές και οι μαθήτριες είναι τα παιδιά, του Δημήτρη Κάφυρη και της Μουσικής (το γένος) Κλασσικού. Είναι τα εγγόνια τους, τα ανίψια τους.  αυτή Απ 'την πανέμορφη και χαρισματική «σύζυγο» δεν πήρε και ούτε πρόκειται να πάρει ποτέ διαζύγιο.  Δεν θα τους χωρίσει ούτε κι ο θάνατος, γιατί θα πεθάνουν μαζί.  Γιατί γεννήθηκαν μαζί.  Γιατί βιώνουν τη «συζυγική» συναλληλία  και μέθεξη.  αυτό Γι 'ο Μαέστρος είναι με όλο το μαθητικό δυναμικό, μα με όλο, στοργικός, πατρικός, τρυφερός και γεμάτος αγωνία. Αγωνία για να τους δώσει και να τους μεταδώσει, ως κληρονομιά,  την μουσική του περιουσία.

 

 

filarmon-01.jpg



Δυστυχώς, η σεβαστή Διοικητική Επιτροπή της Παλαιάς Φιλαρμονικής μας, ως φαίνεται,  βιάστηκε ή εκβιάστηκε, να απολύσει (

sic), Τον 78/χρονο  Μαέστρο Δημήτρη Κάφυρη, τον Άνθρωπο Δημήτρη Κάφυρη, το Δάσκαλο Δημήτρη Κάφυρη, χωρίς να συνεκτιμήσει την 35/πεντετή ανεκτίμητη προσφορά του στην Παλαιά Φιλαρμονική.  Επίσης, ανέλπιστα, λάθεψαν και άλλοι, που προσωπικά καμάρωνα και θαύμαζα,  διότι έσπευσαν, όπως δημόσια δήλωσαν, να βοηθήσουν στη σύνταξη της προκήρυξης, για την πρόσληψη Αρχιμουσικού. Αντί να φροντίσουν να συνθέσουν, ως ειδικοί, αυτή τη δύσοσμη αποσύνθεση, συνέβαλαν στην πλήρη αποσύνθεση.      Δηλαδή, να υποθέσω,  ότι η προκήρυξη αυτή συντάχθηκε με νότες στο πεντάγραμμο?   Άραγε, με τι μελωδία. Γιατί κλασσικού ρεπερτορίου, δεν ... το έχουμε δει.  Ίσως του λαϊκού πενταγράμμου ή με μελωδίες αρχαίας τραγωδίας, που ταιριάζει στην περίσταση, ασφαλώς. 

Ηθικό (υλικό) δίδαγμα: Το παράθυρο ή κερκυραϊκά,  η φανέστρα, είναι πάντα δική σας μουσικολογιότατε! Εύγε σας!  Γνωρίζετε τη λαϊκή σοφία «κόραξ  κόρακος  μάτι δεν βγάζει? ». Το άλλο? «... Και συ Βρούτε?»    Αίσχος! Αίσχος κύριε, γιατί αποδείξατε και  επιδείξατε τα απάνθρωπα αισθήματα του φθόνου, της  ζηλοτυπίας  και της φαυλότητας.      

 Έχω την αίσθηση ότι θα «τρίζουν» από θυμό, αγανάκτηση και οργή η άνω και η κάτω γνάθος του αείμνηστου Προέδρου της Φιλαρμονικής κυρού Σπυρίδωνα Καζιάνη, με τις αψυχολόγητες, τις ανεγκέφαλες, τις επιπόλαιες,  καταστροφικές και επιβλαβείς ενέργειες και αποφάσεις των σημερινών διαδόχων του. 

Κλείνοντας, αλλά μη ολοκληρώνοντας αυτή την προσέγγιση, προτείνω  στους «εν είδη» σύγχρονους «Γραμματείς και Φαρισαίους», καθώς και στον «ωσεί Πιλάτον», τον προστρέξαντα για σύμβουλος έκδοσης, (της προκήρυξης), να επαναπροσδιορίσουν τις [(α) νοηματικές]  αποφάσεις, γιατί όποιος πετάει λάσπη στον ανεμιστήρα, εκείνος του την επιστρέφει. Επίσης,  να αναβαθμίσουν το λογισμικό της μνήμης τους, κυρίως δε τη μακρόχρονη μνήμη, η οποία θα τους μεταφέρει σε πραγματικές εικόνες και θα τους απομακρύνει από τις  παρούσες παραπλανητικές και παραμορφωτικές, έτι δε,  στρεβλές και βδελυρές, που η  βραχύχρονη μνήμη τους, τους παρασύρει και ταυτόχρονα τους διασύρει, όχι μόνο προσωπικά, αυτό μας είναι αδιάφορο, αλλά διασύρουν τη Παλαιά Φιλαρμονική Κερκύρας του Εθνικού Ύμνου και της Ολυμπιακής Ιδέας, την Παλαιά Φιλαρμονική Κερκύρας των 170 ετών παρουσίας, ιστορίας και προσφοράς. Τη Φιλαρμονική του Νικολάου Μάντζαρου. Τη Φιλαρμονική του Βραβείου της Ακαδημίας Αθηνών. Την Πρώτη, ουσία και έργο, Φιλαρμονική των Κερκυραίων και της Κέρκυρας.      

soulosgp ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ
722 μέρες πριν 06.06.2010 17:16:59
Σχόλια: 0     Ετικέτα: παλαιά φιλαρμονική κερκύρας     Ομάδα: Γενικά ΘέματαΕμφανίσεις: 255    


Κατάχρηση | Φιλοξενείται από LivePage | | Design by VladDeVille | © Kolobok smiles, Aiwan